Ο Πλάτωνας και τα Μυστήρια

by admin

Φαίνεται ότι εκείνοι οι οποίοι ίδρυσαν τα μυστήρια δεν είναι τυχαίοι, αλλά πράγματι από παλαιούς χρόνους συμβολικώς υποδηλούν ότι, όποιος ακατήχητος και μη μεμυημένος έρχεται εις τον Άδη, θα κείται εις τον βόρβορον, ο δε κεκαθαρμένος και μεμυημένος, όταν μεταβεί εκεί, θα κατοικεί μετά των θεών.” ΦΑΙΔΩΝ 69 c

Πηγή: ΝΕΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ – nea-acropoli.grΠολ­λά εί­ναι αυ­τά που μπο­ρού­με να βρού­με στο έρ­γο του Πλά­τω­να σχε­τι­κά με τα Μυ­στή­ρια. Ο Πλά­τω­νας ή­ταν και ο ίδιος μυ­η­μέ­νος. Αρκετές μαρ­τυ­ρί­ες των αρ­χαί­ων συγ­γρα­φέ­ων που συ­νη­γο­ρούν σ’ αυ­τό, αλ­λά και νε­ό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων ε­σω­τε­ρι­σμού, ό­πως η Ε.Π. Μπλα­βά­τσκυ και η Α­λί­κη Μπέ­υ­λη. Μά­λι­στα, σ’ έ­να σπά­νιο κεί­με­νο, που βρί­σκε­ται στο Βρετ­α­νι­κό Μου­σεί­ο, ση­μειώ­νε­ται ό­τι ο με­γά­λος Φι­λόσοφος έ­γι­νε δε­κτός στις αι­γυ­πτια­κές μυ­στη­ρια­κές τε­λε­τές του Ό­σι­ρι και της Ίσι­δας, ό­ταν ή­ταν 47 χρό­νων.

Τι ή­ταν ό­μως τα Μυ­στή­ρια;
“Ε­ξω­τε­ρι­κά ή­ταν μί­α Σχο­λή ό­που δι­δά­σκο­νταν οι ε­πι­στή­μες, οι τέ­χνες, η η­θι­κή, η νο­μο­θε­σί­α, η φι­λαν­θρω­πί­α, η λα­τρεί­α της α­λη­θι­νής και πραγ­μα­τι­κής φύ­σης των κο­σμι­κών φαι­νο­μέ­νων. Ε­σω­τε­ρι­κά, κα­τά τη διάρ­κεια των Μυ­στη­ρί­ων, δί­νο­νταν πρα­κτι­κές α­πο­δεί­ξεις για τη φύ­ση των κο­σμι­κών φαι­νο­μέ­νων.”*1

Τα Μυ­στή­ρια στην Αρ­χαιό­τη­τα χω­ρί­ζο­νταν στα Μι­κρά και τα Με­γά­λα Μυ­στή­ρια. Τα Μι­κρά Μυ­στή­ρια ή­ταν προ­κα­ταρ­κτι­κή φά­ση για τη συμ­με­το­χή στα Με­γά­λα. Η Κά­θαρ­ση και ο ε­ξα­γνι­σμός ή­ταν το πρώ­το βή­μα. Η μυ­στι­κό­τη­τα στα Μυ­στή­ρια ή­ταν κά­τι που ε­πι­βαλ­λό­ταν α­πό την ί­δια τη φύ­ση των ε­μπει­ριών. Ό,τι και να έ­λε­γε ο μυ­η­μέ­νος θα ή­ταν ά­χρη­στο για τον α­μύ­η­το και με “πρό­σθε­το τον κίν­δυ­νο της πα­ρερ­μη­νεί­ας”.*2

Αν θέ­λου­με τώ­ρα να συ­νο­ψί­σου­με τη δια­δι­κα­σί­α με βά­ση τα πα­ρα­πά­νω, βλέ­που­με τα ε­ξής: Αρ­χι­κά υ­πάρ­χει μί­α δο­κι­μα­στι­κή πε­ρί­ο­δος, ό­που πα­ρου­σιά­ζο­νταν οι πραγ­μα­τι­κές δυ­σκο­λί­ες που ε­πι­φυ­λάσ­σει η ε­να­σχό­λη­ση με βα­θιά φι­λο­σο­φι­κά θέ­μα­τα, τα ο­ποί­α έ­χουν στό­χο τη με­τάλ­λα­ξη του αν­θρώ­που προς το κα­λύ­τε­ρο. Ό­σοι εν­δια­φέ­ρο­νταν πραγ­μα­τι­κά, διά­λε­γαν να α­σχο­λη­θούν α­φο­σιωμέ­νοι στη μέ­θο­δο και α­κο­λου­θώ­ντας πι­στά τη σχέ­ση δα­σκά­λου-μα­θη­τή.
Η ζω­ή τους έ­πρε­πε να υ­πα­κού­ει σε αυ­στη­ρούς κα­νό­νες ε­γκρά­τειας και ελέγχου των α­νε­ξέ­λε­γκτων σκέ­ψε­ων και συ­ναι­σθη­μά­των. Ό­σοι δεν μπο­ρού­σαν να το κά­νουν αυ­τό, α­πο­μα­κρύ­νο­νταν μό­νοι τους αρ­κού­με­νοι στις γε­νι­κές γνώ­σεις που ά­κου­σαν.

Ο μα­θη­τής έ­φθα­νε στο ση­μεί­ο του ξυ­πνή­μα­τος της διαί­σθη­σης (α­νά­πτει φως εις την ψυ­χήν κατά τον Πλάτωνα) και άρ­χι­ζε να στη­ρί­ζε­ται στα δι­κά του πό­δια. Ό­ταν θα ή­θε­λε να εκ­θέ­σει κά­τι α­πό αυ­τά, θ’ α­κο­λου­θού­σε το πα­ρά­δειγ­μα του δα­σκά­λου του και θα τα πα­ρου­σί­α­ζε προ­φο­ρι­κά.

Έ­τσι ο Πλά­τω­νας χρη­σι­μο­ποί­η­σε τα συ­στή­μα­τα των Μυ­στη­ρί­ων στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή του για την εισ­δο­χή των μα­θη­τών και για τη δι­δα­σκα­λί­α που τους προ­ε­τοί­μα­ζε για τη Μύ­η­ση*3, δί­νο­ντάς τους τις δυ­να­τό­τη­τες α­νά­πτυ­ξης των α­ρε­τών. Σί­γου­ρα στην Α­κα­δη­μί­α πρέ­πει να γί­νο­νταν και μυ­στη­ρια­κές τε­λε­τές μέ­σα σε στε­νό κύ­κλο μα­θη­τών.

Υπάρ­χουν ση­μεί­α των Πλα­τω­νι­κών Δια­λό­γων σχε­τι­κά με τα Μυ­στή­ρια, που χρειά­ζε­ται ν’ α­να­φέ­ρου­με. Στον Φαίδρο, βρί­σκου­με την πε­ρί­φη­μη έκ­φρα­ση: “Τε­λέ­ους α­εί τε­λε­τάς τε­λού­με­νος, τέ­λε­ος ό­ντως μό­νος γί­γνε­ται” δηλ. “μυού­με­νος (κά­ποιος) ο­λο­έ­να εις τα μυ­στή­ρια της Τε­λειό­τη­τος, μό­νος αυ­τός α­λη­θώς γί­νε­ται τέ­λειος.”*4

Τέ­λειοι ο­νο­μά­ζο­νταν οι Μυ­η­μέ­νοι στα Μυ­στή­ρια και στους Εσ­σαί­ους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο πυ­ρή­νας τον Μυ­η­μέ­νων ή­ταν η “μα­γιά” και η κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη των αρ­χαί­ων πο­λι­τι­σμών, στους ο­ποί­ους λει­τουρ­γού­σαν Μυ­στή­ρια. Η λέ­ξη “τέ­λεια” (τέ­λε­α) συ­σχε­τί­ζε­ται με την τε­λε­τή και το σκο­πό (τέ­λος) της τε­λεί­ω­σης. Τα ο­ρα­μα­τι­κά (ε­πο­πτι­κά) συ­σχε­τί­ζο­νται με το βαθ­μό της ε­πο­πτεί­ας, ό­ταν δηλ. ο μυού­με­νος γι­νό­ταν ε­πό­πτης και α­τέ­νι­ζε τα Ιε­ρά α­ντι­κεί­με­να των Μυ­στη­ρί­ων. Πρέ­πει δε να έ­χου­με υ­πό­ψη ό­τι στα Μυ­στή­ρια υ­πήρ­χαν τα “δρώ­με­να” και τα “δει­κνύ­με­να”.

Στον Φαίδρο, ο φι­λό­σο­φος α­να­φέ­ρε­ται στο χά­σι­μο των πνευ­μα­τι­κών φτε­ρών του αν­θρώ­που και στη λαν­θά­νου­σα, τώ­ρα πιά, μέ­σα στην αν­θρώ­πι­νη ψυ­χή δύ­να­μη για α­νά­πτυ­ξη και πνευμα­τι­κό πέ­ταγ­μα. Ό­μως, τα μυ­στή­ρια δό­θη­καν στους αν­θρώ­πους α­κρι­βώς για να μπο­ρέ­σουν ν’ α­νυ­ψω­θούν ξα­νά.

Στο Συμπόσιο το­νί­ζει ό­τι ο άν­θρω­πος πρέ­πει ν’ α­κο­λου­θή­σει μί­α κλι­μα­κω­τή δια­δι­κα­σί­α, για να φθά­σει στη θέ­α­ση της α­λη­θι­νής ο­μορ­φιάς. Έ­τσι, γρά­φει για την Πάν­δη­μη και την Ου­ρά­νια Α­φρο­δί­τη. Η μί­α έ­χει σχέ­ση με την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα και τα φυ­σι­κά σώ­μα­τα, η άλ­λη έ­χει σχέ­ση με τις ψυ­χές και την αιω­νιό­τη­τα.
Η συ­νει­δη­το­ποί­η­ση της α­θα­να­σί­ας, αρ­χι­κά, και η κα­τά­κτη­σή της ,τε­λι­κά, ή­ταν ο στό­χος των αρ­χαί­ων μυ­στη­ρί­ων, για τα ο­ποί­α μι­λά συ­νε­χώς -χω­ρίς να φαί­νε­ται- ο με­γά­λος Έλληνας φι­λό­σο­φος.
Στον Θεαίτητο βρίσκουμε τη φρά­ση: “πρό­σε­χε μή­πως σε α­κού­ει κα­νείς εκ των α­μυ­ή­των” που, ό­πως ση­μειώ­νου­με, ή­ταν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή σε μί­α φά­ση των αρ­χαί­ων Μυ­στη­ρί­ων. Έ­νας άλ­λος τρό­πος της έκ­θε­σής της ή­ταν: “ Θύ­ραις τοις ω­σίν ε­πί­θε­σθε βέ­βη­λοι”, που και αυ­τήν τη συ­να­ντού­με σε άλ­λο διά­λο­γο.

Ό­μως, το πο­λύ ση­μα­ντι­κό που δι­δα­σκό­ταν στα μυ­στή­ρια -και ο Πλά­τω­νας το το­νί­ζει σε κά­θε γραμ­μή των Δια­λό­γων του- εί­ναι ο τε­λι­κός σκο­πός του αν­θρώ­που: Η Ε­πι­στρο­φή στην Ου­ρά­νια πα­τρί­δα του. Το νι­κη­φό­ρο τέ­λος της “χι­λιό­χρο­νης πο­ρεί­ας”, την ο­ποί­α α­να­φέ­ρει στο τέ­λος της Πολιτείας*5.

Άλ­λο στοι­χεί­ο εί­ναι ό­τι βά­ζει κά­ποιον άλ­λον να μι­λά και κυ­ρί­ως το Σω­κρά­τη, το Δά­σκα­λο. Αυ­τό το κά­νει ε­πει­δή η προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση ή­ταν ο τρό­πος με­τά­δο­σης της γνώ­σης*6.

Ο Πλά­τω­νας εί­χε πε­ρά­σει μέ­σα α­πό το Λα­βύ­ριν­θο των Αι­γυ­πτια­κών Μυ­στη­ρί­ων. Μά­λι­στα, δεν εί­χε φο­βη­θεί, ού­τε δι­στά­σει μπρο­στά στους “Ιε­ρούς Τρό­μους” 7, ώ­στε να φύ­γει “προ των Μυ­στη­ρί­ων” *8. Για­τί φαί­νε­ται ό­τι με διά­φο­ρους τρό­πους, ό­πως φά­σμα­τα, θο­ρύ­βους και άλ­λους, οι ιε­ρείς προ­σπα­θού­σαν ν’ α­πο­θαρ­ρύ­νουν τον υ­πο­ψή­φιο στο ξε­κί­νη­μα9. Μά­λι­στα, γι’ αυ­τόν το σκο­πό χρη­σι­μο­ποιού­σαν τον ή­χο και τη μου­σι­κή.

Α­να­ρίθ­μη­τα εί­ναι τα ση­μεί­α ό­που α­να­φέ­ρο­νται κα­θα­ρά τα Μυ­στή­ρια α­πό τον Πλά­τω­να και α­να­ρίθ­μη­τες οι φο­ρές που μπο­ρού­με, πί­σω α­πό τις φρά­σεις του, να δια­κρί­νου­με τις α­πό­κρυ­φες, μυ­στη­ρια­κές δι­δα­σκα­λί­ες.

Μέσα στα υψη­λά με­τα­φυ­σι­κά του πε­τάγ­μα­τα -κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των κει­μέ­νων του- οι δι­δα­σκα­λί­ες των μυ­στη­ρί­ων κα­λύ­πτο­νται και α­πο­κα­λύ­πτο­νται με α­ρι­στο­τε­χνι­κό και ποι­η­τι­κό τρό­πο.

(To άρθρο αποτελεί μέρος του 15ου κεφαλαίου του βιβλίου «Μυστική Διδασκαλία του Πλάτωνα» – Εκδόσεις Νέα Ακρόπολη- στο οποίο μπορεί να ανατρέξει ο αναγνώστης.)

Υ­ΠΟ­ΣΗ­ΜΕΙΩ­ΣΕΙΣ
1- Βλ. Ε.Π. Μπλα­βά­τσκυ “Αρ­χαί­α Μυ­στή­ρια”, σελ. 29, εκ­δ. Ιάμ­βλι­χος, Α­θή­να 1989.
2- Για τη μυ­στι­κό­τη­τα στα Μυ­στή­ρια βλ. “Θε­με­λιώ­σεις του Ε­σω­τε­ρι­σμού”, τό­μος 2ος, σελ. 179 και Μυ­στι­κή Δο­ξα­σί­α, τό­μος 5ος (Ει­σα­γω­γή), Εκ­δό­σεις Ν. Πα­να­γό­που­λου. Ε­πί­σης “Η Α­δελ­φό­τη­τα των Μυ­η­μέ­νων”, Εκ­δό­σεις Ιάμ­βλι­χος, Α­θή­να 1990.
3- Βλ. “Θε­με­λιώ­σεις του Ε­σω­τε­ρι­σμού” του Γ.Α. Πλά­να, τό­μος 2ος, σελ. 184-186.
4- Πλά­τω­νος “Φαί­δρος” 249C.
5- Πλά­τω­νος “Πο­λι­τεί­α”, βι­βλί­ο 10ο (τέ­λος του Μύ­θου του Η­ρός).
6- Βλ. και Πλου­τάρ­χου “Πε­ρί Ίσι­δος και Ο­σί­ρι­δος” 353C, εκ­δ. Πά­πυ­ρος “Ο Εύ­δο­ξος, λοι­πόν, εις το δεύ­τε­ρο βι­βλί­ον της Πε­ρι­η­γή­σε­ώς του, α­να­φέ­ρει, ταύ­τα μεν κατ’ αυ­τόν τον τρό­πον α­να­φέ­ρο­νται (εν τη προ­φο­ρι­κή πα­ρα­δό­σει) υ­πό των Ιε­ρέ­ων.”

7- Πλά­τω­νος “Φαί­δρος”, 251Β.
8- Πλά­τω­νος “Μέ­νων”, 77ε.
*9- Κά­τι που ως γνω­στόν ί­σχυε πα­ντού ό­που υ­πήρ­χαν Μυ­στή­ρια και οι υ­πο­ψή­φιοι σ’ αυ­τά περ­νού­σαν δο­κι­μα­σί­ες.

Σχετικά άρθρα