SAMSARA

by Panagiotis G

Σκηνοθεσία: Pan Nalin
Σενάριο: Pan Nalin
Πρωταγωνιστούν: Shawn Ku, Christy Chung, Neelesha Barthel

«Τι είναι πιο σημαντικό: να ικανοποιήσεις 1000 επιθυμίες ή να ελέγξεις έστω και  μία;»  

“Samsara” είναι για τους βουδιστές ο τροχός των γεννήσεων. Πιο συγκεκριμένα, σημαίνει την περιστροφή και την εναλλαγή. Η περιστροφή σχηματίζεται από τη δύναμη μιας πρωταρχικής αιτίας, που θέτει σε συνεχή κίνηση τον τροχό εναλλασσόμενων αιτιών και αποτελεσμάτων – γνωστό ως νόμο του κάρμα – και οδηγεί τη Μονάδα, το πνεύμα, στον ωκεανό των γεννήσεων και των θανάτων. Στόχος είναι να καταφέρει να μη δημιουργεί πλέον κάρμα, κι έτσι να απελευθερωθεί από τα δεσμά αυτού του τροχού και να μη χρειάζεται να ξαναγεννηθεί. Έως τότε όμως, κάθε ψυχή είναι αναγκασμένη απ’ αυτόν το νόμο να μπαίνει μέσα στην ύλη, για να παίρνει τις εμπειρίες που χρειάζεται, ώστε να συνειδητοποιήσει τη θεία της προέλευση, να κατακτήσει τη  φώτιση και τότε δεν θα χρειαστεί να ξαναμπεί στην ύλη.

Ο Βούδας είναι το πρότυπο του ενσαρκωμένου που έγινε θεός, αφού γλίτωσε από τα δεσμά της Samsara. Για να το καταφέρει αυτό, εγκατέλειψε πρώτα τα πλούτη και τη δόξα (μια και ήταν πρίγκηπας ενός μικρού κρατιδίου), εγκατέλειψε τη  γυναίκα του και το παιδί του και ξεκίνησε την αναζήτηση του Δάρμα. Έθεσε το σώμα του σε τρομερές στερήσεις και κακουχίες αλλά δεν έβρισκε τη γαλήνη που ποθούσε η ψυχή του. Ώσπου μια μέρα, καθισμένος κάτω από το δέντρο bodhi  (το δέντρο της Σοφίας) άκουσε μια κοπέλα – η οποία τον έσωσε, όταν του πρόσφερε ένα ταπεινό φαγητό – να τραγουδά: «…όταν το βίνα είναι πολύ τεντωμένο, το βίνα σπάει. Όταν το βίνα είναι πολύ χαλαρό, το βίνα δεν μπορεί να παίξει…».

Αμέσως, φωτίστηκε και ανακάλυψε τις 4 μεγάλες αλήθειες, οι οποίες οδηγούν στην Ατραπό του Μέσου, η οποία είναι σύμφωνη με την Ατραπό του Νόμου, του Δαρμάν.

1) Η πρώτη αναφέρεται στον πόνο. Όλα τα εκδηλωμένα όντα επηρεάζονται από τον πόνο.

 2) Η δεύτερη αναφέρεται στην αιτία του πόνου, που είναι η Μάγια αυτού του κόσμου. Είναι το να πιστεύει κανείς γι’ αληθινό και αιώνιο ό,τι είναι πρόσκαιρο και απατηλό.

 3) Η τρίτη αφορά την εξάλειψη του πόνου, η οποία μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν η δίψα για ζωή διοχετεύεται προς το Ανώτερο Εγώ.

 4) Στην τέταρτη αλήθεια μιλά για την Ατραπό, μέσω της οποίας  μπορεί να το επιτύχει αυτό. Είναι η Ευγενής Οκταπλή Ατραπός, που οδηγεί στην εξάλειψη του πόνου και περιέχει τα εξής σκαλοπάτια: Ορθές Αντιλήψεις, Ορθές Αποφάσεις, Ορθές Ομιλίες, Ορθή Συμπεριφορά, Ορθά Μέσα Ζωής, Ορθή Προσπάθεια, Ορθή Σκέψη και Ορθή Συγκέντρωση.

Η ταινία πραγματεύεται το θέμα του πόνου και της ηδονής. Ο έρωτας κινείται ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο καταστάσεις. Άλλωστε, εξαιτίας του έρωτα έλκεται μια ψυχή από τον ουρανό για να κατέβει στη γη, στον κόσμο της Μάγια. Πόνος και ηδονή είναι πολλές φορές σαν ένα νόμισμα με δύο όψεις. Μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο;

Ο πρωταγωνιστής είναι ένας μοναχός, ο οποίος μπαίνει στο μοναστήρι από τα 5 του χρόνια και καταφέρνει να απομονωθεί σ’ ένα κελί για 3 χρόνια, 3 μήνες, 3 εβδομάδες και 3 μέρες!. Το 3 στο βουδισμό είναι ένας ιερός αριθμός. Αποτελεί την ουσία του υψηλότερου Πνευματικού Όντος, του Τριπλού Ηλιακού Λόγου. Τριπλή είναι και η έκφραση της Μονάδας ως βούληση, αγάπη και διάνοια. Μετά λοιπόν από 3 χρόνια, έρχονται ο δάσκαλός του κι άλλοι μοναχοί του μοναστηριού, για να τον βοηθήσουν να επιστρέψει. Τον βρίσκουν σε μια αποστεωμένη και άθλια σωματική κατάσταση. Έχει κυριαρχήσει πάνω στο σώμα του και του έχει επιβάλλει να μην τον ενοχλεί στην εξάσκηση του διαλογισμού του. Οι λειτουργίες όμως του σώματος συνέχιζαν να υφίστανται και χωρίς την παρουσία της συνείδησης. Έτσι, τα μαλλιά του με τον καιρό είχαν μεγαλώσει και λαδώσει και τα νύχια του είχαν γίνει τεράστια και γαμψά. Οι υπόλοιποι ιερείς καλούνται να καθαρίσουν αυτό το ακάθαρτο σώμα, ώστε να μπορέσει να επιστρέψει σ’ αυτό το πνεύμα από τις σφαίρες αναζήτησης και γαλήνης. Οι υπόλοιποι μοναχοί τον τιμούν για την προσπάθειά του και  τον σέβονται.

Όμως ξαφνικά, όλα αυτά παύουν να έχουν σημασία για το μοναχό, όταν αντικρίζει το γυναικείο στήθος μιας μητέρας που θηλάζει το μωρό της. Μέσα του ο πόθος αρχίζει να ξεχειλίζει κι όσο και να θέλει να τον πνίξει, εκείνος εμφανίζεται στα όνειρά του και σιγά – σιγά του γεννά αμφιβολίες.

Για τους βουδιστές, το σώμα που εμποδίζει την εκδήλωση του πνεύματος, δεν αποτελείται μόνο από το φυσικό φορέα. Υπάρχει το αστρικό σώμα των συναισθημάτων (λίγκα ζαρίρα) αλλά και το  νοητικό σώμα, ο νους των επιθυμιών (κάμα μάνας). Ο μοναχός μπορεί να κατάφερε να τιθασεύσει για λίγο τις λειτουργίες του πιο υλικού του σώματος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι νίκησε την ύλη, γιατί υπάρχουν πιο λεπτές μορφές της, οι οποίες συνεχίζουν να εγκλωβίζουν το πνεύμα. Νοιώθει τις επιθυμίες και τις ανάγκες που του δημιουργούν αυτοί οι φορείς τόσο έντονες, ώστε να μην μπορεί να τις παλέψει. «…ακόμη κι εκείνος έζησε ως τα 29 του σαν άνθρωπος! Πώς ξέρουμε ότι η φώτισή του δεν ήταν αποτέλεσμα της γήινής του ύπαρξης;» λέει για το Βούδα στο δάσκαλό του. «…πού είναι η ελευθερία που μου υποσχέθηκες μετά από αυστηρή πειθαρχία; Πού είναι η ικανοποίηση από τον όρκο αγαμίας»; Μιλά η εγκλωβισμένη ψυχή γεμάτη από χίλιες ακατανίκητες επιθυμίες. Θέλει να ζήσει, να αισθανθεί, να ερωτευτεί, ακόμη και να πονέσει. Θυμάται τα λόγια του Βούδα «…δεν πρέπει να δεχτείτε τη διδασκαλία μου, μέχρι να την καταλάβετε από τη δική σας σκοπιά…».

Αποφασίζει να αφήσει τη μοναστική ζωή λέγοντας «…υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να ξεχάσουμε, ώστε να μάθουμε και υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να κατέχουμε, για να τα αποκηρύξουμε».

Σ’ αυτή την πρόταση πιθανά να κρύβεται όλο το νόημα της εξέλιξης, έτσι, όπως την καταλαβαίνει ο βουδισμός. Η ψυχή ξεχνάει τη θεία της προέλευση, για να μάθει, να πάρει εμπειρίες. Όταν βουτηχτεί στην ύλη κι αποκτήσει αγαθά που θα γίνουν τα δεσμά της, θα πρέπει να τα αποκηρύξει για να ελευθερωθεί, όμως τότε πια ξέρει. Αναγνωρίζει την θεία της προέλευση συνειδητά. Έχει κατακτήσει το στόχο της.

Έτσι λοιπόν, ο πρωταγωνιστής εγκαταλείπει το μοναστήρι νύχτα και φεύγει σαν τον κλέφτη, όπως κάποτε έκανε κι ο Βούδας εγκαταλείποντας το παλάτι του. Όχι όμως, για να σώσει την ψυχή του, αλλά για να τη γνωρίσει. Παντρεύεται, κάνει παιδί, γίνεται γεωργός, παλεύει για το βιός του, αντιμετωπίζει εκμεταλλευτές που θέλουν να τον κοροϊδέψουν, βιώνει κάθε καλή και κακή στιγμή στη ζωή ενός συνηθισμένου ανθρώπου.  Και πέφτει στην πιο κοινή «αμαρτία», τη μοιχεία. Αυτή η πράξη τον οδηγεί στη δεύτερη κρίση. Απογοητεύεται με τον εαυτό του, με τις επιλογές του. Αισθάνεται ότι δεν προχωρά, ότι έχει ξεχάσει την πάλη με τις αισθήσεις και ότι αυτό είναι λάθος. Και τότε αποφασίζει πάλι να φύγει. Εγκαταλείπει νύχτα γυναίκα και παιδί και φεύγει σαν τον κλέφτη, για να ξαναγυρίσει στο μοναστήρι, στη γαλήνη του νου, κάτω από την προστασία των πνευμάτων και την καθοδήγηση του δασκάλου. Έχει πάρει πια εμπειρίες, τώρα πλέον ξέρει… Στη στροφή όμως του δρόμου τον περιμένει η γυναίκα του. Έχει δημιουργήσει κάρμα, έχει δημιουργήσει δεσμά κι αυτά δεν κόβονται μες στη νύχτα τόσο απλά…

«… Γιοσάνταρα, ξέρεις αυτό το όνομα; Είχε παντρευτεί το Βούδα, τον αγαπούσε πολύ. Μια νύχτα ο Σιντάρτα την άφησε με το γιο της, για να αναζητήσει τη φώτιση και να γίνει Βούδας. Η Γιοσάνταρα είχε δείξει συμπόνια στους αρρώστους και στους πάσχοντες πολύ πριν ο Σιντάρτα καταλάβει τι θα πει δυστυχία. Όμως πώς μπορεί μια μητέρα να αφήσει το παιδί της μες στη νύχτα; Ποιος μπορεί να πει ότι εκείνη δεν του χάρισε τη φώτιση»; Τα λόγια αυτά ξεσκίζουν την ψυχή του, κάνουν την επιλογή του ακόμη πιο δύσκολη. Το κάρμα που δημιούργησε, δεν το ξεχρέωσε και τον καλεί πίσω. Αυτός μετανιώνει, καταλαβαίνει το χρέος του. Η γυναίκα του όμως τον απαλλάσσει από αυτό το χρέος. Φεύγοντας του λέει μια μεγάλη αλήθεια. «Αν σκεφτόσουν το Ντάρμα με την ίδια ένταση αγάπης και πάθους που έχεις δείξει σε μένα, θα γινόσουν ένας Βούδας μέσα σ’ αυτό το σώμα και σ’ αυτήν τη ζωή». Δεν είναι πια η γυναίκα του, είναι το σύμβολο της σοφίας της ίδιας μας της ψυχής. Από αυτήν δεν μπορεί να κρύψει κανείς τίποτα. Και ποια είναι τελικά η μια επιθυμία που πρέπει να ελέγξει κανείς; Ίσως η ικανοποίηση των χιλίων επιθυμιών… Η ταινία τελειώνει, αλλά η πραγματική αναζήτηση του πρωταγωνιστή μόλις αρχίζει.