Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαους: Η λαίδη του Σαλότ (1888)

by admin
Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαους: Η λαίδη του Σαλότ (1888)

Μια φορά κι έναν καιρό, η Κυρία του Σαλότ πέθανε για την ελευθερία και την αγάπη. Δραπέτευσε από τη φυλακή της μοίρας της, για να ζήσει έστω και μία ώρα ελευθερίας.

Υπάρχει ένας αρχαίος Βρετανικός μύθος για το βασίλειο του Κάμελοτ. Βασιλιάς του είναι ο Αρθρούρος, και γύρω του οι πιστοί Ιππότες του. Έναν από αυτούς τον έλεγαν Σερ Λάνσελοτ. 

Εκεί λοιπόν, στο Κάμελοτ, υπήρχε και το νησάκι του Σαλότ με έναν πύργο ψηλό. Μέσα στο πύργο έμενε μια ευγενής, μια πανέμορφη αρχόντισσα και δεν έβγαινε από εκεί ποτέ. Ούτε μιλούσε με ανθρώπους, ούτε τους έβλεπε. Μόνο είχε ένα μεγάλο καθρέφτη στο δωμάτιό της. Και από τις σκιές του καθρέφτη έβλεπε το κόσμο. Το ποτάμι, τις ιτιές, το πολύπυργο Κάμελοτ. Τους χωρικούς, τους πωλητές, τους ιππότες πάνω στα άλογα δυο-δυο. Ό,τι έβλεπε το κεντούσε στο εργόχειρό της, μέρα και νύχτα. 

Ήξερε ότι μια κατάρα θα έπεφτε πάνω της, αν έβγαινε στον πραγματικό κόσμο.

Όμως μια μέρα, ο καθρέφτης της έδειξε έναν άνδρα που δεν έμοιαζε με κανένα. Ήταν ο Σερ Λάνσελοτ. Τότε η Δεσποσύνη παράτησε το δίχτυ, παράτησε τον αργαλειό. Έκανε τρία βήματα μέσα στο δωμάτιο… και είδε το γενναίο Ιππότη με τα μάτια της. Όμως την ίδια στιγμή ράγισε ο καθρέφτης πέρα ως πέρα. Ήταν πλέον καταραμένη.

Έφυγε από τον πύργο. Μπήκε σε μια βάρκα του ποταμού για το μόνο ταξίδι που έκανε ποτέ. Κι εκεί μέσα είπε το τελευταίο της τραγούδι. Στον πίνακα φαίνεται η ομορφιά και η τραγικότητα της Δεσποσύνης στη βάρκα. Όλα δείχνουν το αναπόφευκτο του θανάτου της. Το φθινοπωρινό τοπίο. Τα σβησμένα κεριά. Το σύμβολο του εσταυρωμένου. Η δυστυχία στο πρόσωπό της. Και το τέλος της ιστορίας κεντημένο στο εργόχειρό της από την ίδια. 

Στη βάρκα τη βρήκε η ίδιος ο Σερ Λάνσελοτ. «Ποια είναι αυτή;» ρώτησε. «Μόνο του Θεού το έλεος μπορεί να δώσει σε άνθρωπο τέτοια χάρη.»

Μια όμορφη ιστορία ρομαντισμού, τραγικότητας και ανεκπλήρωτου έρωτα που εκφράζεται αρμονικά με τον πίνακα του Γουότερχάους