Σκηνοθεσία: Alejandro Amenabar
Πρωταγωνιστούν: Rachel Weisz, Max Minghella, Oscar Isaac, Ashraf Barhom, Michael Lonsdale

Πέντε χρόνια μετά το βραβευμένο με Όσκαρ «Η θάλασσα μέσα μου», ο Αλεχάντρο Αμενάμπαρ επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με την πέμπτη κατά σειρά ταινία του «Αγορά». Η ταινία πραγματεύεται τη ζωή της αλεξανδρινής φιλοσόφου, μαθηματικού και αστρονόμου Υπατίας.

Βρισκόμαστε στην Αλεξάνδρεια του 391 μΧ. Ταραχές ξεσπούν στην αγορά της πόλης (εξ ου και ο τίτλος της ταινίας) μεταξύ των πολυθεϊστών και των χριστιανών, οι οποίοι μόλις πρόσφατα έχουν νομιμοποιηθεί σαν θρησκεία. Την ίδια περίοδο η Υπατία διδάσκει φιλοσοφία στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και επιδίδεται σε επιστημονικά πειράματα προσπαθώντας να ξεκλειδώσει κάποια από τα μυστικά του κόσμου.

Η τοπική εξουσία, στην προσπάθειά της να καταπνίξει μία εξέγερση των οπαδών της νέας θρησκείας, προκαλεί μαζική αντίδραση των πιστών, οι οποίοι αντεπιτίθενται. Το αποτέλεσμα για τους πρώτους είναι να αναγκαστούν να οχυρωθούν στη βιβλιοθήκη. Λίγες μέρες μετά φτάνει το αυτοκρατορικό διάταγμα σύμφωνα με το οποίο, η βιβλιοθήκη και οι ναοί πρέπει να παραδοθούν στους χριστιανούς, οι οποίοι προχωρούν στην καταστροφή τους. Μέσα στον πανικό που επικρατεί, η Υπατία καταφέρνει να ξεφύγει σώζοντας μερικούς παπύρους.

Μερικά χρόνια αργότερα βλέπουμε την κατάσταση να έχει αντιστραφεί. Η πολιτική εξουσία ανήκει στους χριστιανούς, ενώ διώκονται οι «παγανιστές». Η Υπατία απτόητη συνεχίζει τις έρευνές της. Τα πράγματα όμως παίρνουν άσχημη τροπή με την άνοδο του Κύριλλου στην εξουσία και τις μεταρρυθμίσεις που θα φέρει. Είναι η αρχή του μεσαίωνα.

Γυρισμένη στη Μάλτα, η ταινία έχει σκηνικά που μαγεύουν το θεατή. Στην κατασκευή τους δόθηκε σημασία στο να αναδειχτεί η πολυεθνικότητα της πόλης, με έναν συνδυασμό ελληνορωμαϊκών και αιγυπτιακών στοιχείων, καθώς επίσης και μια αίσθηση παρακμής, μέσα από τα ξεθωριασμένα χρώματα και τις φθαρμένες πέτρες των κτιρίων. Επίσης μεγάλη προσοχή δόθηκε και στα κοστούμια, τόσο σχεδιαστικά, όσο και χρωματικά. Στην αρχή της ταινίας, η Υπατία, καθώς και όλοι οι παγανιστές φορούν ανοιχτόχρωμα ρούχα. Οι χριστιανοί ξεχωρίζουν με τα γκρίζα χρώματα. Μετά την καταστροφή της βιβλιοθήκης, η Υπατία φοράει σκουρόχρωμη περιβολή, ενώ στο τέλος έναν κόκκινο μανδύα, εν μέσω του κατάμαυρου των φανατικών.

Η αλεξανδρινή φιλόσοφος ενσαρκώνεται στην οθόνη από την Βρετανή ηθοποιό Ρέιτσελ Βάις, την οποία και είχε εξαρχής στο νου του ο Αμενάμπαρ όταν έγραφε το σενάριο. Η ηθοποιός καταφέρνει να μεταδώσει το πάθος της φιλοσόφου για την έρευνα και την ανακάλυψη χωρίς να πέφτει σε υπερβολές. Οι σκηνές στις οποίες την βλέπουμε να εξετάζει αν ισχύει η γεωκεντρική θεωρία (έμπνευση του σκηνοθέτη, καθώς δεν έχει διασωθεί το ακριβές περιεχόμενο των έργων της) είναι από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές της ταινίας. Αξιοπρεπείς ερμηνείες έχουμε και από το υπόλοιπο καστ. Ενδεικτικά αναφέρουμε τον Μαξ Μινγκέλα στο ρόλο του Ντάβους, δούλου της Υπατίας (χαρακτήρας που δημιουργήθηκε για την ταινία), Όσκαρ Άιζακ στο ρόλο του Ορέστη, έπαρχου της Αλεξάνδρειας και μαθητή της φιλοσόφου, Σάμι Σαμίρ, στο ρόλο του αρχιεπίσκοπου Κύριλλου.

Κατά τη διάρκεια της ταινίας, σε κάποιες σκηνές βλέπουμε την κάμερα να ανυψώνεται σταδιακά, δείχνοντάς μας μια πανοραμική άποψη της πόλης, της ευρύτερης περιοχής και, τελικά, του πλανήτη. Ο σκηνοθέτης εξήγησε αυτήν του την επιλογή λέγοντας: «Η Αγορά είναι η ιστορία μιας γυναίκας, μιας πόλης, ενός πολιτισμού και ενός πλανήτη. Η αγορά είναι ο πλανήτης πάνω στον οποίο πρέπει να ζήσουμε όλοι μαζί. Προσπαθήσαμε να δείξουμε την ανθρώπινη πραγματικότητα μέσα στο σύνολο της Γης  και τη Γη μέσα στο σύνολο του Σύμπαντος βλέποντας τους ανθρώπους σαν μυρμήγκια και τη Γη σαν μια μικρή σφαίρα ανάμεσα σε πολλά άλλα άστρα. Γι’ αυτό παίξαμε με την αλλαγή προοπτικής».

Πολλοί, όντας προκατειλημμένοι, έχουν κατηγορήσει το σκηνοθέτη ότι μέσα από την ταινία αυτή, προσπαθεί να στηλιτεύσει τη χριστιανική εκκλησία. Κάθε άλλο όμως. Στην αρχή βλέπουμε τους χριστιανούς να διώκονται εν ονόματι των παλιών θεών. Στη συνέχεια, τους βλέπουμε να διώκουν κάθε μη χριστιανό (παγανιστές, Εβραίους κ.λ.π). Στην πραγματικότητα, το κατηγορώ της ταινίας απευθύνεται στον φανατισμό, είτε αυτός είναι θρησκευτικός, είτε πολιτικός, είτε οποιασδήποτε άλλης μορφής.

«Διαπιστώσαμε πως εκείνη η περίοδος της αρχαιότητας έχει πολλά κοινά με το σήμερα. Τότε τα πράγματα έγιναν πολύ ενδιαφέροντα, καθώς καταλάβαμε πως είχαμε τη δυνατότητα να γυρίσουμε μια ταινία για το παρελθόν, ενώ στην πραγματικότητα γυρίζαμε μια ταινία για το παρόν»