Χαμένος Ορίζοντας

by Panagiotis G

Σκηνοθεσία: Frank Capra
Σενάριο: Robert Riskin, James Hilton
Πρωταγωνιστούν: Ronald Colman, Jane Wyatt, Edward Everett Horton

Ένα αριστούργημα του Capra, το οποίο μας έρχεται από τη χρυσή εποχή του κινηματογράφου. Λόγω παλαιότητας έχει χαθεί η ολοκληρωμένη ταινία και οι κινηματογραφιστές μαζέψανε κάθε κόπια και κατάφεραν να ενώσουν τα σημεία που λείπανε καρέ καρέ. Έτσι  μπορούμε να δούμε σήμερα την  ταινία από εκείνη  την εποχή του κινηματογράφου που οι δημιουργοί  ήταν προσανατολισμένοι στο να εκφράσουν τις φιλοσοφικές και κοινωνικές τους ανησυχίες και η βιομηχανία του χρήματος ήταν ακόμη κάτι το άγνωστο.

Εδώ το θέμα είναι η αναζήτηση μιας ιδανικής κοινωνίας, που προϋποθέτει το ξύπνημα μιας υψηλής συνείδησης στον άνθρωπο. Ο Πλάτωνας κάποτε έλεγε: «Κάθε βελτίωση της κοινωνίας αρχίζει με τη βελτίωση του ανθρώπου». Ο ίδιος έγραψε την ιδανική Πολιτεία, ο Μορ οραματίστηκε την Ουτοπία. Ο  Ντήναχ περιέγραψε την  κοιλάδα των Ρόδων και ο Καμπανέλλα φαντάστηκε την πολιτεία του Ήλιου.  Αυτό το όραμα είναι χαραγμένο μέσα στις ψυχές αυτών που διψούν για δικαιοσύνη και αλήθεια, για έναν καλύτερο κόσμο…

Ο πρωταγωνιστής  της ταινίας είναι ένας καλλιεργημένος άνθρωπος, Βρετανός λόρδος,  ευαίσθητος, συγγραφέας φιλοσοφικών δοκιμίων και δραστήριος,  έτοιμος να βοηθήσει όπου χρειάζεται, χαίρει γενικής εκτίμησης  και πρόκειται να γίνει στην πατρίδα του υπουργός.  Ένας άνθρωπος όμως μ’ ένα κρυφό όραμα, ειρηνιστής και λίγο απογοητευμένος γιατί καταλαβαίνει πως είναι πολύ δύσκολο να αλλάξει αυτός ο κόσμος, όμως συνεχίζει να ελπίζει και να οραματίζεται έναν καλύτερο κόσμο τον οποίο καταγράφει στα βιβλία του.

Είμαστε στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ο ίδιος  προσπαθεί να φυγαδεύσει Αμερικανούς πολίτες από μια επιδρομή Γιαπωνέζων. Τελικά καταφέρνουν να ξεφύγουν με αεροπλάνο, ώσπου ανακαλύπτουν ότι τους έχει απαγάγει κάποιος και έχει στα χέρια του το αεροπλάνο. Δεν γνωρίζουν πού τους πηγαίνει. Μέσα στο αεροπλάνο είναι αυτός  και άλλοι τέσσερις . Τελικά το αεροπλάνο πέφτει σ’ ένα χιονισμένο βουνό. Σώζονται από Θιβετιανούς Λάμα που τους οδηγούν σ’ ένα παραμυθένιο μέρος. Μια ιερή άγνωστη πόλη, χαμένη στα υψίπεδα του Θιβέτ. Το όνομά της είναι Σάγκρι-λα.

«…Είδα όλα τα έθνη να μεγαλώνουν όχι με σοφία, αλλά με τη θέληση για καταστροφή. Είδα να αναπτύσσουν τη στρατιωτική τεχνολογία τους. Είδα τον άνθρωπο να θριαμβολογεί φονεύοντας και κάθε βιβλίο κάθε θησαυρός να καταστρέφεται… Έτσι αποφάσισα να μαζέψω τα αντικείμενα ομορφιάς και πολιτισμού και να τα προφυλάξω από την καταστροφή. Τι πιο οικτρό από το σημερινό κόσμο! Μια ηγεσία τυφλή τρελή και ανόητη. Ανθρώπινες μάζες να χτυπιούνται μεταξύ τους ωθούμενες από ένα όργιο απληστίας και βίας. Πρέπει να σταματήσει αυτό. Να εξαγνιστούν από τη δίψα και τη βία για εξουσία…».

Αυτά τα λόγια ανήκουν στον ιδρυτή της Σάγκρι-Λα. Η πόλη λοιπόν είναι μια κιβωτός επιβίωσης, δημιουργημένη από ανθρώπους με ξύπνια συνείδηση που είδαν τα σκοτεινά χρόνια που έρχονταν και συνέλεξαν όλους τους πνευματικούς θησαυρούς, με τους οποίους θα βοηθήσουν την ανθρωπότητα όταν αυτή θα βγει από το σκοτάδι και θα έχει ξεπεράσει το  «Μεσαίωνα». Το έργο αυτό λοιπόν είναι ένα έργο αγάπης. Γι αυτό μόνο αυτός που έχει ξυπνήσει μέσα του την αλτρουιστική αγάπη και έχει βγει λίγο από το καβούκι του εγωισμού μπορεί να ενδιαφερθεί γι αυτό. (Όπως λέει ο Λάμα «δεν είναι μακριά η Σάγκρι Λα, αλλά είναι πολύ δύσκολο να φτάσει κανείς σε αυτήν»)

Η Σάγκρι Λα τους χωράει όλους, αλλά δεν είναι για όλους.

 – Γιατί μου φαίνεται τόσο οικεία, αναρωτιέται ο πρωταγωνιστής,

– Γιατί ήσουν ένα κομμάτι της Σάγκρι Λα», του απαντά ο ιερέας.

Η Σάγκρι Λα βρίσκεται λοιπόν μέσα στον άνθρωπο. Όταν ο άνθρωπος δεν αναπτύξει πρώτα μέσα του τα στοιχεία αυτά, γιατί να αναζητήσει μια πολιτεία δικαιοσύνης; Άλλωστε, όπως μαθαίνουμε στην συνέχεια, η δικαιοσύνη της βασίζεται σε ένα ιδεώδες ευγένειας ανάμεσα στους κατοίκους της. Παραθέτουμε τον διάλογο αυτούσιο:

…- Τι θρησκεία έχετε εδώ;

  • Πιστεύουμε στο μέτρο. Αποφεύγουμε την υπερβολή, ακόμα και την υπερβολική αρετή.
  • Νόμους, στρατό, αστυνομία; Δεν έχετε εγκληματίες;
  • Όχι. Τι κάνει κάποιον εγκληματία; Η ανέχεια συνήθως και ο φθόνος. Εδώ έχουμε επάρκεια αγαθών για όλους.
  • Μα δεν υπάρχουν άλλου είδους διαφωνίες, για γυναίκες παράδειγμα.
  • Πολύ σπάνια, διότι θεωρούμε αγένεια να παίρνεις αυτό που θέλει κάποιος άλλος.
  • Κι αν κάποιος τη θέλει τόσο πολύ, που δεν τον νοιάζει τι λένε οι άλλοι;
  • Τότε είναι ευγένεια του άλλου να την αφήσει σ’ αυτόν που τη θέλει τόσο πολύ. Με ευγένεια λύνεται και το πιο πολύπλοκο θέμα…»

Πόσο μακριά είναι από την δική μας αντίληψη όλα αυτά! Και είναι φυσικό, μιας και υπάρχουν συναισθήματα όπως η ζήλια, η κτητικότητα, κλπ. Μια τέτοια είδους συναλλαγή προϋποθέτει μια διαφορετική εκπαίδευση στον άνθρωπο, κάτι που ανέλυσε ο Πλάτωνας στην ιδανική Πολιτεία και αφορούσε την τάξη των φυλάκων της πόλης. Όπως σημειώνει ο Πλάτωνας, δεν κάνουν όλοι για φύλακες, θα υπήρχε και η τάξη των εμπόρων και των γεωργών, των οποίων οι ζωές θα ήταν περίπου σαν τις δικές μας. Μόνο οι άνθρωποι που δεν θα ένιωθαν ως επιτακτική ανάγκη τη δημιουργία ιδιοκτησίας και οικογένειας, θα μπορούσαν να αποτελούν τους φύλακες της ιδανικής πολιτείας, οι οποίοι θα ζούσαν μέσα σ’ ένα καθεστώς απόλυτης κοινοκτημοσύνης. Ο στόχος της ιδανικής του Πολιτείας είναι να είναι κάθε άνθρωπος ευτυχισμένος στην τάξη που ανήκει και κάθε άνθρωπος να εκπαιδεύεται μέσα σε αυτήν, όπως αξίζει στο πνευματικό του επίπεδο.

Ο ήρωας της ταινίας ομολογεί πως ένιωθε συνεχώς ένα εσωτερικό κενό όταν ζούσε στον κόσμο, αμφέβαλε για το νόημα της ίδιας της ζωής.

Τώρα η ύπαρξη της πνευματικής πόλης του έδωσε ένα νόημα.

Μόνο που αυτή η υπέροχη πόλη (όπως προαναφέρθηκε) δεν είναι για όλους. Οι υπόλοιποι σύντροφοί του θέλουν να φύγουν.

Ίσως δεν είναι τυχαίο που είναι τέσσερις στον αριθμό. Σύμφωνα με την εσωτερική παράδοση είναι τα στοιχεία που αποτελούν τη φθαρτή φύση του ανθρώπου (το σώμα, η ενέργεια, τα συναισθήματα και η σκέψη,ή αλλιώς μπορούμε να τα παραλληλίσουμε με τα 4 στοιχεία γη-  νερό- αέρα –φωτιά μέσα στον άνθρωπο).

Ο ένας λοιπόν, είναι παλαιοντολόγος, τον ενδιαφέρουν τα πετρώματα (γη). Ο άλλος ενδιαφέρεται πολύ για το χρήμα (ενέργεια-νερό), υπάρχει μια γυναίκα στην παρέα, η οποία βρίσκεται σε κατάθλιψη, επειδή γνωρίζει ότι πρόκειται να πεθάνει εξαιτίας μιας ανίατης ασθένειας (έντονα συναισθήματα- αέρας) και τέλος υπάρχει ο αδερφός του ήρωα, ο οποίος είναι ένας εγωιστής, συμφεροντολόγος που στηρίζεται συνέχεια στη βοήθεια του αδερφού του και αμφιβάλει για τα πάντα (νοητικό). Εδώ είναι ενδιαφέρων ο συμβολισμός του αδερφού. Στην Ινδία πιστεύουν ότι ο νους χωρίζεται σε ανώτερο αλτρουιστικό νου «Μάνας» και κατώτερο  εγωιστικό νου «Κάμα Μάνας» δηλαδή νου των επιθυμιών.

Σταδιακά όλα τα άτομα θα αρχίσουν να ενθουσιάζονται από τη Σάγκρι-Λά και θα αρχίσουν να αναπτύσσουν ανώτερα θετικά συναισθήματα, εκτός από τον αδερφό του που νοιώθει εγκλωβισμένος εκεί μέσα.

Ο πρώτος από τους τέσσερις (γη) θα προσφερθεί δωρεάν ως δάσκαλος για τα παιδιά της πόλης. Ο δεύτερος (νερό) θα φτιάξει κανάλια για το νερό (!) της πόλης. Η τρίτη, η  κοπέλα με την παραμονή της εκεί, θα θεραπευτεί από την ανίατη αρρώστια. «Μην κοιτάς τις ρίζες των βουνών, κοίτα τις κορυφές τους», θα την συμβουλεύσει ο Λάμα. Μόνο ο τέταρτος, ο εγωιστικός νους είναι που θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει με καχυποψία την πόλη και να νοιώθει εγκλωβισμένος (δεν υπάρχει τρόπος επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, άλλωστε ο κόσμος δεν γνωρίζει την ύπαρξη της Σάγκρι-Λα). Συνεχώς θα προσπαθεί να πείσει τον αδερφό του (ο οποίος συμβολίζει την ανώτερη συνείδηση) να φύγουν από κει με κάθε τρόπο.

Είναι φυσικό το νοητικό να είναι πιο κοντά στη συνείδηση τού ανθρώπου, πόσες φορές δεν ταυτιζόμαστε με τη σκέψη μας; «Σκέφτομαι άρα υπάρχω». Για την τετράγωνη λογική είναι ανέφικτη η ύπαρξη μιας  ιδανικής πολιτείας, είναι μια «ουτοπία», επειδή δεν έχει την ικανότητα να την οραματιστεί και, επειδή η φύση του είναι η αμφιβολία, πάντα είτε θα ψάχνει το  αρνητικό που κρύβεται από πίσω είτε θα ισοπεδώνει το ενδιαφέρον στοιχείο που θα υπάρχει. Αυτό φαίνεται και στο διάλογο ανάμεσα στους δύο αδερφούς: «…Θέλω να μείνω εδώ γιατί μου αρέσει να ανακαλύπτω την άλλη πλευρά του λόφου, εσύ δεν θέλεις να την δεις;  – Θα είναι άλλος ένας λόφος, τίποτα σπουδαίο…»

Η  ταινία λοιπόν απευθύνεται σ’ εκείνο το μέρος του εαυτού μας που μπορεί να ονειρευτεί κάτι καλύτερο από αυτό που βλέπει γύρω του, γιατί είναι στοιχείο εκείνου του καλύτερου. Δεν είναι τυχαίο που ξεκινά με τα παρακάτω λόγια:

«Στην εποχή μας, τη γεμάτη πολέμους, ονειρεύτηκες ποτέ ένα μέρος με ειρήνη και γαλήνη;»

Σχετικά άρθρα