Γιατί πρέπει να γελάμε στους δύσκολους καιρούς

by admin
Σήμερα συνάντησα το Θεό

Την περίοδο της καραντίνας είδαμε άπειρα βίντεο και memes με ανθρώπους να προσπαθούν να περάσουν την ώρα τους… από ευφάνταστες μεταμφιέσεις για να βγουν έξω απαρατήρητοι, μέχρι παρωδίες με την αφόρητη συγκατοίκηση ζευγαριών ή οικογενειών με πολλά μικρά παιδιά. 

Θα αναρωτηθεί κανείς πώς γίνεται να κάνει κάποιος χιούμορ μέσα σε μια τόσο δραματική περίοδο… Για δύο ερευνητές που μελετούν το χιούμορ για χρόνια, παίρνοντας συνεντεύξεις από κωμικούς, παρακολουθώντας ώρες standup comedy και παρουσιάζοντας τα ευρήματά τους σε κορυφαία ακαδημαϊκά ιδρύματα, η στροφή στο χιούμορ εν μέσω της καραντίνας δεν αποτέλεσε έκπληξη. 

Είναι στους δύσκολους καιρούς που το χιούμορ είναι πιο απαραίτητο. Με αφορμή την πανδημία, η εργασία απ’ το σπίτι και η απομόνωση εκτοξεύθηκαν, κάτι που οδήγησε επίσης στην αύξηση του αισθήματος μοναξιάς και κατάθλιψης. Όταν γελάμε μαζί με κάποιον, είτε μέσω μιας οθόνης, είτε με μόλις δύο μέτρα απόσταση, λαμβάνουμε ένα κοκτέιλ ορμονών οι οποίες ενισχύουν τους συναισθηματικούς μας δεσμούς με τρόπο που δε θα ήταν αλλιώς εφικτό. Οι έρευνες δείχνουν ότι το χιούμορ μας κάνει πιο ανθεκτικούς, δημιουργικούς και παραγωγικούς. 

Το γέλιο πυροδοτεί τις «ορμόνες της χαράς» και καταστέλλει την κορτιζόλη, την ορμόνη του στρες. Αυξάνει τη ροή του αίματος και χαλαρώνει τους μυς. Μια έρευνα δεκαπέντε χρόνων που διεξήχθη στη Νορβηγία με πάνω από 50.000 ανθρώπους βρήκε ότι όσοι είχαν μεγαλύτερη αίσθηση του χιούμορ ζούσαν περισσότερο από όσους σκόραραν χαμηλότερα. Άλλη έρευνα έδειξε ότι άνθρωποι που πενθούσαν για ένα αγαπημένο πρόσωπο αισθάνονταν λιγότερη σύγχυση όταν μπορούσαν να γελάσουν με το πρόσωπο που τους έλειπε. 

Ωστόσο, σε μια έρευνα που πήρε δείγματα από 1,4 εκ. ανθρώπους σε 166 χώρες βρήκε ότι τα ποσοστά γέλιου βυθίζονται στην ηλικία των 23, όταν δηλαδή αρχίζουμε να «μεγαλώνουμε». Σε άλλη έρευνα βρέθηκε ότι τα τετράχρονα γελάνε 300 φορές μέσα στη μέρα, ενώ ένας σαραντάχρονος γελάει 300 φορές μέσα σε 10 εβδομάδες. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας μια πληθώρας παραγόντων. Επικρατεί γενικώς η άποψη ότι η ενήλικη ζωή και το επαγγελματικό περιβάλλον είναι ένα «σοβαρό μέρος». Υπάρχει ο φόβος μην πούμε κανένα «κακό» ανέκδοτο, ενώ μεγαλώνει και ο μύθος του «είτε γεννιέσαι μ’ αυτό είτε όχι».

Η αλήθεια είναι ότι μπορούμε να βρούμε το αστείο και το παράλογο στη ζωή μας αν ψάξουμε καλά. Αν παρατηρήσουμε τον εαυτό μας και βρούμε τί μας κάνει να θυμώνουμε, να ντρεπόμαστε ή να φθονούμε, αν παρατηρήσουμε τις στιγμές που πονάμε, θα βρούμε άφθονες στιγμές γέλιου, εφόσον θα μάθουμε να μην παίρνουμε τα πράγματα πολύ σοβαρά. 

Οι τρεις παράγοντες όταν κάνουμε ένα αστείο είναι: η αλήθεια, ο πόνος και η απόσταση. Όσο πιο μακρινό είναι το γεγονός στο χρόνο, και συνεπώς λιγότερο οδυνηρό, τόσο πιο αστείο φαίνεται. Για παράδειγμα τα αστεία περί πανδημίας είναι πιο κωμικά όταν έχει περάσει ένα διάστημα και δεν κινδυνεύουν ορισμένοι άνθρωποι να βρουν το αστείο προσβλητικό. Το αστείο βρίσκεται συνήθως σε μια κοινή εμπειρία-όπως η καραντίνα-, που όλοι μπορούν να καταλάβουν και να ταυτιστούν. 

Όταν μπορούμε να επιβληθούμε σε μια κατάσταση με λίγο χιούμορ, σημαίνει ότι εμείς ελέγχουμε το νου και την καρδιά μας και όχι οι περιστάσεις.

Πηγή: theguardian.com

Σχετικά άρθρα