Η δίκη του Σωκράτη

by admin

Η δίκη του Σωκράτη: το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της πιο γνωστής καταδίκης της αρχαιότητας.

Το Μάιο του 2012 πραγματοποιήθηκε στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση ένα αξιόλογο πείραμα: η «αναβίωση της δίκης του Σωκράτη». 2.500 χρονιά διακεκριμένοι ανώτατοι δικαστές και νομικοί από την Ευρώπη και τις Η.Π.Α. συγκεντρώθηκαν για να επαναλάβουν την ιστορική δίκη του Σωκράτη.  Βασισμένη σε ιστορικές και σύγχρονες πηγές και μελέτες αλλά συγχρόνως προσαρμοσμένη και στο κλίμα των δημοσίων συζητήσεων της εποχής μας, η εκδήλωση διερεύνησε τα ευρεία πολιτικά και φιλοσοφικά ζητήματα που διέπουν τις κατηγορίες κατά του Σωκράτη και κυρίως έδωσε το έναυσμα για αναστοχασμό σημαντικών σημερινών ζητημάτων. Οι «δικαστές» αλλά και το κοινό κλήθηκαν να απαντήσουν αν ο Σωκράτης ήταν τελικά αθώος ή ένοχος. Μεταξύ των «δικαστών» υπήρξε πλήρης ισοψηφία και χρειάστηκε η ετυμηγορία του κοινού που τελικά αθώωσε συντριπτικά το Σωκράτη. «Κάλιο αργά, παρά ποτέ…»

Ας επιστρέψουμε όμως για λίγο στην εποχή της πραγματικής δίκης. Το 399 π.Χ. διατυπώθηκε εναντίον του Σωκράτη η κατηγορία της ασέβεια προς τους θεούς και της διαφθοράς των νέων. Ο φιλόσοφος καταδικάστηκε, με βάση την κατηγορία, σε θάνατο. Ως σκοπιμότητα της κατηγορίας θεωρήθηκε η διδασκαλία του, η οποία επιδρούσε στους νέους, και με τον φιλελευθερισμό που τον διέκρινε, θεωρήθηκε ανατρεπτικός. Στη διάρκεια της δίκης ο Σωκράτης έδειξε θάρρος, ενώ η αναγγελία της ποινής δεν κατάφερε να τον βγάλει από τη θεϊκή του αταραξία. Μετά την καταδίκη του παρέμεινε στο δεσμωτήριο 30 μέρες, γιατί ο νόμος απαγόρευε την εκτέλεση της θανατικής ποινής πριν από την επιστροφή του ιερού πλοίου της Αθήνας από τις γιορτές της Δήλου. Από τον διάλογο του Πλάτωνα Κρίτων μαθαίνουμε ότι ο Σωκράτης θα μπορούσε να σωθεί, αν ήθελε, αφού οι μαθητές του είχαν τη δυνατότητα να τον βοηθήσουν να αποδράσει. Ο Σωκράτης αρνήθηκε και, ως νομοταγής πολίτης και αληθινός φιλόσοφος, περίμενε τον θάνατο ειρηνικά και γαλήνια, και ήπιε το κώνειο, όπως πρόσταζε ο νόμος.

Ποιο ήταν όμως το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα στην Αθήνα την εποχή της δίκης; Η Αθήνα σε κάθε περίπτωση είχε απολέσει το μεγαλείο του παρελθόντος της. Το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου βρήκε τους Αθηναίους συντριπτικά ηττημένους σε όλα τα επίπεδα: πολιτικό, στρατιωτικό, οικονομικό, ηθικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πανελλήνιο συνέδριο που συγκάλεσαν οι Σπαρτιάτες το 404 π.Χ., στην πόλη τους, για να αποφασιστεί η σύναψη της ειρήνης, οι σύμμαχοί τους απαιτούσαν επιτακτικά να ισοπεδωθεί ολοκληρωτικά η Αθήνα και όλοι οι κάτοικοι της να γίνουν δούλοι. Οι Σπαρτιάτες όμως δείχνοντας μεγαλοψυχία και αναλογιζόμενοι την προσφορά της Αθήνας κατά τους Περσικούς Πολέμους αρνήθηκαν να την καταστρέψουν και να υποδουλώσουν τους κατοίκους και δέχτηκαν να συνάψουν ειρήνη με τους παρακάτω όρους, ουσιαστικά σώζοντας την Αθήνα απ’ την οργή των υπόλοιπων Ελλήνων, αφού καμία πόλη δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την απόφαση τους. Το μένος των αντιπροσώπων των ελληνικών πόλεων σε εκείνο το συνέδριο εναντίον της Αθήνας είχε δικαιολογημένα προκληθεί από την επί δεκαετίες αλαζονική και αυταρχική πολιτική της Αθήνας σε βάρος συμμάχων και αντιπάλων της. Άλλωστε οι παλιοί της σύμμαχοι ήταν τώρα οι πιο δριμείς κατήγοροί της.

Τελικά οι Σπαρτιάτες επιβάλλουν τη σύναψη ειρήνης με τους Αθηναίους. Μεταξύ των υπολοίπων ατιμωτικών για τους Αθηναίους όρων της ειρήνης υπήρχε και ο εξής: οι Αθηναίοι δεσμεύονταν «να εφαρμόσουν το πολίτευμα των προγόνων τους». Ο Σπαρτιάτης στρατηγός και τελικός νικητής του πολέμου Λύσανδρος διαπραγματεύτηκε την παράδοση της Αθήνας με τον Αθηναίο ευγενή (και μετέπειτα ενός εκ των 30 τυράννων) Θηραμένη. Οι Αθηναίοι εντός της πόλης τους είχαν διαιρεθεί στις παρατάξεις των ολιγαρχικών και των δημοκρατικών. Ο Λύσανδρος φυσικά υποστήριξε τη μερίδα των ολιγαρχικών, όπως διέπραξε άλλωστε και σε όλες τις κατακτημένες από τη Σπάρτη περιοχές.

Το αποτέλεσμα όλων των διεργασιών ήταν να επιβληθούν στην Αθήνα οι Τριάκοντα Τύραννοι, μια ολιγαρχική κυβέρνηση τριάντα ατόμων. Η Εκκλησία του Δήμου, σύμβολο των δημοκρατικών εποχών, αλλά πλέον χωρίς καμία πολιτική δύναμη, προσπάθησε να προβάλλει αντίσταση. Ωστόσο οι Τριάκοντα με τη βοήθεια της σπαρτιατικής φρουράς, που στο μεταξύ είχε εγκαταστήσει στην πόλη ο Λύσανδρος, και με τον σκληροπυρηνικό ολιγαρχικό Κριτία επικεφαλής, εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς τρόμου, στο οποίο διατήρησαν στο ακέραιο τα πολιτικά δικαιώματά τους μοναχά 3.000 άτομα, φυσικά όλοι μέλη της ολιγαρχικής παράταξης. Οι αντίπαλοί τους μπορούσαν να βρουν ξαφνικά το θάνατο χωρίς να προηγηθεί δίκη. Εκείνοι που αντιστάθηκαν στην εξέλιξη αυτή των πραγμάτων εξοντώθηκαν χωρίς οίκτο. Οι Τριάκοντα διόρισαν οι ίδιοι τα μέλη της Βουλής των 500, η οποία απέκτησε έκτακτες νομοθετικές και ποινικές αρμοδιότητες και η οποία τελικά υποχρεώθηκε να καταργήσει πολλούς από τους νόμους της δημοκρατικής εποχής, ακόμη και ορισμένους από εκείνους του Σόλωνα, για την τήρηση των οποίων οι Αθηναίοι υποτίθεται ότι είχαν δεσμευτεί με βαρείς όρκους.

Σύντομα το καθεστώς των Τριακόντων εξελίχθηκε σε τυραννία. Παραμερίζοντας τους θεσμούς, προχώρησαν σε μια σειρά εκτελέσεων και εκτοπίσεων πολιτικών αντιπάλων τους και πλουσίων πολιτών, ώστε να δημεύσουν την περιουσία τους. Η Αθήνα βυθίστηκε σ’ ένα εμφυλιακό χάος. Το κλίμα τρόμου όμως και οι κατά συρροή παράνομες εκτελέσεις ήταν τελικά που διέρρηξαν τη συνοχή του καθεστώτος και έσπειραν τη διχόνοια ανάμεσα στους Τριάκοντα. Δημιουργήθηκαν δύο «στρατόπεδα»: οι «εξτρεμιστές» με επικεφαλής τον Κριτία που πρέσβευε την άσκηση εξουσίας βασισμένης στην δύναμη, και οι «μετριοπαθείς» με επικεφαλής το Θηραμένη που επιθυμούσε ένα πολίτευμα που θα στηριζόταν σε μια μεγάλη βάση εύπορων πολιτών, η οποία θα περιελάμβανε και πλούσιους μη πολίτες. Ο Κριτίας αποκτώντας όλο και μεγαλύτερη ισχύ, ενορχηστρώνει και τελικά επιτυγχάνει την καταδίκη του Θηραμένη σε θάνατο. Η πιο σκληροπυρηνική μερίδα των Τριακόντων φαίνεται να είναι πλέον μόνη και ανεξέλεγκτη κυρίαρχη.

Ακόμη και ο Σωκράτης, που σύμφωνα με τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα γνώριζε προσωπικά αρκετούς από τους Τριάκοντα και ίσως εξαρχής να μην ήταν και εντελώς αντίθετος με ένα μετριοπαθές ολιγαρχικό καθεστώς, σαν αυτό που πρέσβευε ο Θηραμένης, αποτροπιασμένος από τις θηριωδίες του Κριτία αρνήθηκε πεισματικά να συμμετέχει σε οποιαδήποτε συνδιαλλαγή μαζί του. Δυστυχώς όμως για τον Σωκράτη, όπως θα δούμε και παρακάτω, ήταν ακριβώς αυτές οι «κοινωνικές» σχέσεις του που 5 χρόνια αργότερα θα του στοίχιζαν την ίδια του τη ζωή.

Όλο αυτό το διάστημα οι δημοκρατικοί Αθηναίοι, όσοι βέβαια είχαν καταφέρει να γλυτώσουν τη ζωή τους, είχαν βρει καταφύγιο στη Θήβα. Το 403 π.Χ., 8 μήνες μετά την επιβολή του καθεστώτος των Τριακόντων, οι εξόριστοι δημοκρατικοί Αθηναίοι με ηγέτη το Θρασύβουλο εφορμούν από τη Θήβα, καταλαμβάνουν οχυρά της Αττικής και επιτίθενται εναντίον του Πειραιά, ο οποίος διοικούταν επίσης από «εκλεκτούς» των Τριακόντων. Στη μάχη του Πειραιά οι ολιγαρχικές δυνάμεις συντρίβονται και αποχωρούν, ενώ σκοτώνεται και ο Κριτίας. Από εκείνο το σημείο οι πολιτικές εξελίξεις είναι ραγδαίες: οι ίδιοι οι ολιγαρχικοί της Αθήνας ανατρέπουν τους Τριάκοντα και τους αντικαθιστούν με ένα συμβούλιο δέκα αρχόντων που αμέσως ζητούν διαπραγματεύσεις με τον Θρασύβουλο και τους δημοκρατικούς. Οι Τριάκοντα με την εναπομείνασα φρουρά τους βρίσκουν καταφύγιο στην Ελευσίνα, σφαγιάζοντας τους κατοίκους της, ενώ έχουν χάσει τον πολυτιμότερο σύμμαχό τους, τον στρατηγό Λύσανδρο που έχει πέσει στη δυσμένεια του βασιλιά της Σπάρτης Παυσανία και έχει ανακληθεί με τις δυνάμεις του στη Σπάρτη. Στην Ελευσίνα χρειάστηκε να επέμβει μάλιστα ο Κλεόκριτος, μύστης και κήρυκας του εκεί ιερατείου, για να μεταπείσει τους οπαδούς των Τριάκοντα να σταματήσουν τη σφαγή.

Ο Παυσανίας επεμβαίνει για να φέρει την ειρήνευση στην Αττική. Ο συμβιβασμός που επιτυγχάνεται επιτρέπει σε όσους ολιγαρχικούς το επιθυμούσαν να μεταβούν ανενόχλητοι στην Ελευσίνα, ενώ η Αθήνα και ο Πειραιάς περιέρχονταν στην εξουσία των δημοκρατικών. Τα πρώτα διατάγματα του Θρασύβουλου, ως νέου πλέον ηγέτη της πόλης, χαρακτηρίζονται από πολιτική μετριοπάθεια και διάθεση αμνήστευσης. Επιστρέφονται τα πολιτικά δικαιώματα σε πολίτες που τα είχαν χάσει, αποκαθίστανται οι διπλωματικές σχέσεις Αθήνας και Σπάρτης, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι θεσπίζεται με το «Ψήφισμα της Λήθης» η ποινή του θανάτου για οποιαδήποτε αναφορά στο παρελθόν.

Οι ελπίδες ότι μια νέα σελίδα ειρήνης και ασφάλειας θα άνοιγε στην ιστορία της Αθήνας γρήγορα αποδείχτηκαν φρούδες. Αρχικά ο Θρασύβουλος φαίνεται να προώθησε μια ριζοσπαστική δημοκρατική πολιτική, την οποία όμως δεν ήταν έτοιμος να αποδεχτεί ο λαός. Στο διπλωματικό πεδίο έδειξε για λίγο να είναι πολύ προσεκτικός στις σχέσεις του με τη Σπάρτη. Δυστυχώς, όταν κατά την αρχή του Κορινθιακού Πολέμου η Αθήνα απέκτησε πρόσβαση στην περσική οικονομική βοήθεια, ο Θρασύβουλος μετατράπηκε σε υπέρμαχο της επιθετικής πολιτικής, κερδίζοντας καταπώς φαίνεται πρωταγωνιστικό ρόλο στην αθηναϊκή πολιτική σκηνή που επέμενε να μην διδάσκεται από τα λάθη του παρελθόντος.

Η αποκαταστημένη Δημοκρατία δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τις πολιτικο-στρατιωτικές φαντασιώσεις του παρελθόντος. Αμέσως μόλις οι αθηναϊκή κοινωνία ξεπέρασε το σοκ της συντριβής στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, εμφάνισε τα ίδια συμπτώματα παρακμής που την είχαν οδηγήσει σε αυτόν: πολιτικές και στρατιωτικές συνωμοσίες, οργανωμένα συμφέροντα και προσωπικές φιλοδοξίες που έσερναν την πόλη σε πολεμικές περιπέτειες, καταστροφικές για την οικονομία και την κοινωνία, συνεχείς ανατροπές του πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου. Η Αθήνα δεν έπαψε τελικά ποτέ να πιστεύει ότι θα μπορούσε να ξαναγίνει η ηγέτιδα δύναμη στον ελλαδικό χώρο. Αυτό ήταν που την οδήγησε στον πολιτικό και οικονομικό εναγκαλισμό με την περσική αυλή.

Η αποκαταστημένη Δημοκρατία δεν έφερε στην Αθήνα ούτε την πολυπόθητη εσωτερική ειρήνευση. Τα μεγαλεπήβολα σχέδια επιβολής και ισχύος των κάθε είδους δημαγωγών της απαιτούσαν τη σύμπραξη, έστω και δια της ανοχής, του κουρασμένου από τις πολεμικές περιπέτειες ενός σχεδόν αιώνα αθηναϊκού πληθυσμού. Μια νέα προπαγάνδα υπεροχής και εξουσίας σχεδιάστηκε, η οποία για να έχει αποτέλεσμα, έπρεπε να στρέψει την προσοχή της κοινής γνώμης από την παρούσα παρακμή στη δαιμονοποίηση του παρελθόντος. Όλα τα δεινά της πόλης «φορτώθηκαν» στο «προδοτικό» καθεστώς των Τριάκοντα τυράννων. Όσοι είχαν έστω και την παραμικρή σχέση με εκείνο το καθεστώς, στοχοποιήθηκαν και διώχθηκαν ανηλεώς. Η «δημοκρατία» χρειαζόταν τώρα το δικό της «κυνήγι μαγισσών», χρειαζόταν μια δική της συμβολική «θυσία», για να αποδείξει στο εσωτερικό και στο εξωτερικό την πολιτική αποφασιστικότητά της.

Σ’ ένα διεφθαρμένο και σπαρασσόμενο πολιτικό σκηνικό, η επιμονή του Σωκράτη να αποδεικνύει το κατάντημα της ηθικής και της αξιοπρέπειας των συμπολιτών του ήταν ενοχλητική. Στο πρόσωπό του κάποιοι είδαν το ιδανικό εξιλαστήριο θύμα. Στον κύκλο των ακολούθων – μαθητών του ανήκαν νέοι των ανώτερων οικογενειών της Αθήνας, που όλες με τον έναν ή άλλο τρόπο συμμετείχαν στην ταραγμένη ιστορία της πόλης. Από την οικογένεια της μητέρας του Πλάτωνα προέρχονταν δυο εκ των Τριάκοντα τυράννων: ο γνωστός Κριτίας και ο Χαρμίδης. Μπορούμε να φανταστούμε ότι στο πρόσωπο του Κριτία – όχι αδικαιολόγητα – η Αθηναίοι έβλεπαν την προσωποποίηση του «απόλυτου κακού». Ο Ξενοφώντας, επίσης μαθητής του Σωκράτη, πολιτεύτηκε ως ολιγαρχικός και «φιλολάκων», δηλαδή φιλο-σπαρτιάτης. Τον Αλκιβιάδη, ίσως την πιο ακραία φυσιογνωμία της εποχής του, που μισήθηκε και λατρεύτηκε από τους Αθηναίους όσο κανείς άλλος, που συμμάχησε και πρόδωσε τους πάντες, μπορούσε σύμφωνα με τις πηγές να τον τιθασεύει μόνο ο Σωκράτης.

Σχετικά άρθρα