Η ιστορία του Θωθ του Ατλάντειου

by admin

Εγώ, ο Θωθ, ο Ατλάντειος, δάσκαλος των μυστηρίων, αρχειοθέτης, ισχυρός βασιλιάς, μάγος, που ζω από γενιά σε γενιά και που επίκειται να περάσω στις Αίθουσες του Αμέντι, έγραψα, για την καθοδήγηση των μεταγενέστερων, αυτά τα αρχεία της ισχυρής σοφίας της Μεγάλης Ατλαντίδας…
[…]

Μεγάλος ήταν ο λαός μου στις αρχαίες μέρες, πολύ μεγαλύτερος από όσο μπορούν να φανταστούν οι μικροί άνθρωποι που βρίσκονται τώρα γύρω μου. Γνώριζαν την παλιά σοφία και αναζητούσαν μακριά, μέσα στη καρδιά της αιωνιότητας, τη γνώση που ανήκε στη νιότη της γης. Εμείς ήμαστε σοφοί, με τη σοφία των Παιδιών του Φωτός που κατοικούσαν ανάμεσά μας. Ήμαστε ισχυροί, με τη δύναμη που ελκυόταν από την αιώνια φωτιά. Από όλους αυτούς, μεγαλύτερος ανάμεσα στα παιδιά των ανθρώπων ήταν ο πατέρας μου, ο ΘΩΤΜΕΣ, φύλακας του μεγάλου ναού, σύνδεσμος ανάμεσα στα Παιδιά του Φωτός που κατοικούσαν μέσα στον ναό και στις φυλές των ανθρώπων, που κατοικούσαν στα δέκα νησιά. Εκπρόσωπος των τριών, του Ενοίκου του ΟΥΝΑΛ, μιλούσε στους Βασιλιάδες με τη φωνή που έπρεπε να υπακούεται.

Εκεί μεγάλωσα και εγώ και έγινα άντρας και διδάχθηκα από τον πατέρα μου τα μεγαλύτερα μυστήρια, μέχρι που η φωτιά της σοφίας φούντωσε κι έγινε φωτιά που τα καταβροχθίζει όλα. Δεν επιθυμούσα παρά την απόκτηση της σοφίας, ώσπου μία μεγάλη μέρα ήλθε η διαταγή από τον Ένοικο του Ναού να παρουσιασθώ μπροστά του. Λίγα ήταν τα παιδιά των ανθρώπων που είχαν αντικρίσει εκείνο το δυνατό πρόσωπο και είχαν ζήσει, γιατί τα Παιδιά του Φωτός δεν είναι σαν τα παιδιά των ανθρώπων όταν δεν είναι ενσαρκωμένα.

Επιλέχθηκα λοιπόν εγώ από τους γιούς των ανθρώπων και διδάχθηκα από τον Ένοικο, έτσι ώστε οι σκοποί του να εκπληρωθούν, σκοποί ακόμη αγέννητοι μέσα στη μήτρα του χρόνου. Για πολύ μεγάλο διάστημα έζησα μέσα στον Ναό, κατακτώντας όλο και περισσότερη σοφία, μέχρι που προσέγγισα το φως που εξέπεμπε η μεγάλη φωτιά. Εκείνος με δίδαξε το μονοπάτι προς το Αμέντι, τον κάτω κόσμο, όπου ο μεγάλος βασιλιάς κάθεται στον θρόνο της δύναμής του. Υποκλίθηκα βαθιά μπροστά στους Κυρίους της Ζωής και στους Κυρίους του Θανάτου, παίρνοντας σαν δώρο το Κλειδί της Ζωής. Ήμουν ελεύθερος από τις Αίθουσες του Αμέντι, δεν ήμουν προσδεδεμένος από τον θάνατο στον κύκλο της ζωής. Ταξίδεψα μακριά στα άστρα, μέχρι που ο χώρος και ο χρόνος έγιναν ένα τίποτα. Τότε έχοντας πιει από το ποτήρι της σοφίας κοίταξα μέσα στις καρδιές των ανθρώπων και εκεί βρήκα ακόμη μεγαλύτερα μυστήρια και χάρηκα, γιατί μόνο με την Έρευνα της Αλήθειας μπορούσε να γαληνέψει η Ψυχή μου και να σβήσει η φλόγα μέσα μου.

Κατά τη διάρκεια των αιώνων έζησα βλέποντας εκείνους που βρίσκονταν γύρω μου να γεύονται το ποτήρι του θανάτου και να επιστρέφουν ξανά στο φως της ζωής. Σιγά σιγά από τα Βασίλεια της Ατλαντίδας πέρασαν τα κύματα της συνείδησης που είχαν γίνει ένα με μένα, μόνο και μόνο για να αντικατασταθούν από τον γόνο ενός κατώτερου άστρου.

Υπακούοντας στον νόμο, ο λόγος του Δασκάλου άνθισε σε λουλούδι. Όμως οι σκέψεις των Ατλάντειων στράφηκαν προς τα κάτω, στο σκοτάδι, μέχρι που στο τέλος σηκώθηκε από το ΑΓΚΟΥΑΝΤΙ του (ο όρος αναφέρεται σε μια κατάσταση απόσπασης) οργισμένος ο Ένοικος. Πρόφερε τη Λέξη, επικαλέσθηκε τη δύναμη. Βαθιά μέσα στην καρδιά της γης άκουσαν οι γιοί του Αμέντι. Και ακούγοντας κατεύθυναν την αλλαγή του λουλουδιού της αιώνιας φωτιάς, αλλάζοντας και στρίβοντας, χρησιμοποιώντας τον ΛΟΓΟ, μέχρι που εκείνη η μεγάλη φωτιά άλλαξε την κατεύθυνσή της.

Τότε ο κόσμος κατακλύσθηκε από νερά που τον έπνιξαν και τον βύθισαν. Άλλαξαν την ισορροπία της γης, μέχρι που απέμεινε μόνο ο Ναός του Φωτός να στέκεται στο μεγάλο βουνό στο ΟΥΝΤΑΛ πάνω από τα νερά. Μερικοί που ζούσαν εκεί σώθηκαν από την ορμή τους.
Τότε ο Δάσκαλος με φώναξε, λέγοντας:
«Συγκέντρωσε το λαό μου, πάρε τους με τις τέχνες που έχεις μάθει και πήγαινέ τους πέρα μακριά από τα νερά, μέχρι να φθάσεις τη γη των μαλλιαρών βαρβάρων που κατοικούν στις σπηλιές της ερήμου. Εκεί ακολούθησε το σχέδιο που γνωρίζεις». Συγκέντρωσα λοιπόν τον λαό μου και μπήκα στο μεγάλο πλοίο του Δασκάλου. Σηκώσαμε άγκυρα το πρωί ενώ πίσω μας στη σκοτεινιά ορθωνόταν ο Ναός. Ξαφνικά γύρω του υψώθηκαν τα νερά και εξαφανίσθηκε από τη γη. Μέχρι την καθορισμένη στιγμή ήταν ο μεγάλος Ναός. Γρήγορα φύγαμε προς την κατεύθυνση του ήλιου του πρωινού, έως ότου πατήσαμε τη γη των παιδιών του ΚΕΜ. Αυτοί κατέφθασαν με ρόπαλα και ακόντια υψωμένα και ζητούσαν να σφάξουν και να καταστρέψουν τους Γιούς της Ατλαντίδας. Τότε σήκωσα τη ράβδο μου και κατεύθυνα προς αυτούς μία ακτίνα δόνησης που τους έπληξε σαν να ήταν κομμάτια ενός βράχου. Κατόπιν τους μίλησα με λόγια ήρεμα και ειρηνικά και τους είπα για τη δύναμη της Ατλαντίδας και για το ότι είμαστε παιδιά του Ήλιου και αγγελιοφόροι του. Φοβήθηκαν τόσο από την επίδειξη της επιστήμης της μαγείας μου, ώστε σέρνονταν μπροστά στα πόδια μου. Τότε τους ελευθέρωσα.

Μείναμε για πολύ καιρό στη γη του ΚΕΜ, πάρα πολύ καιρό, μέχρι που υπακούοντας τις διαταγές του Δασκάλου, που ενώ κοιμάται εντούτοις ζει αιώνια, έστειλα μακριά μου τους Γιούς της Ατλαντίδας. Τους έστειλα σε πολλές κατευθύνσεις, ώστε μέσα από τη μήτρα του χρόνου να μπορέσει να γεννηθεί ξανά η σοφία στα παιδιά της.

Έμεινα πολύ καιρό στη γη του ΚΕΜ, κάνοντας μεγάλα έργα καθοδηγούμενος από τη σοφία που υπήρχε μέσα μου. Στο φως της γνώσης αναπτύσσονταν τα παιδιά του ΚΕΜ, ποτισμένα από το νερό της σοφίας μου. Έφτιαξα τότε ένα μονοπάτι προς το Αμέντι, έτσι ώστε να μπορέσω να διατηρήσω τη δύναμή μου (…)

Μεγάλωναν λοιπόν και γίνονταν σπουδαίοι οι γιοι του ΚΕΜ και κατακτούσαν τους γειτονικούς λαούς. Σιγά σιγά αναπτύσσονταν προς τη δύναμη της Ψυχής. Για μία ορισμένη εποχή τους άφησα. Πήγα στις σκοτεινές αίθουσες του Αμέντι, βαθιά μέσα στις αίθουσες της γης, μπροστά στους Κυρίους των δυνάμεων, πρόσωπο με πρόσωπο ξανά με τον Ένοικο.
Έχτισα λοιπόν από πάνω μία είσοδο, μία πόρτα, μία πύλη που οδηγούσε κάτω στο Αμέντι. Λίγοι θα ήταν όσοι θα είχαν το θάρρος να το αποτολμήσουν, να διαβούν την πύλη προς το σκοτεινό Αμέντι. Πάνω από το πέρασμα έχτισα μία επιβλητική πυραμίδα, χρησιμοποιώντας τη δύναμη της βαρύτητας που ξεπερνά τη δύναμη της γης (τη βαρύτητα). Βαθιά και ακόμη βαθύτερα τοποθέτησα ένα οίκημα δύναμης, μια αίθουσα. Από εκεί χάραξα ένα κυκλικό πέρασμα, που έφθανε σχεδόν μέχρι τη μεγάλη κορυφή. Στην κορυφή τοποθέτησα τον κρύσταλλο και έστειλα την ακτίνα στον χωροχρόνο ελκύοντας τη δύναμη από το εξώτερο Διάστημα κι εστιάζοντάς την στην πύλη του Αμέντι.

Έχτισα και άλλους θαλάμους και άφησα κενά, ορατά από όλους, που όμως κρυμμένα μέσα τους θα ήταν τα κλειδιά του Αμέντι. Όποιος έχει το θάρρος και τολμά να εισέλθει στα σκοτεινά βασίλεια, ας εξαγνισθεί πρώτα με μακρόχρονη νηστεία και ας ξαπλώσει μέσα στην πέτρινη σαρκοφάγο που βρίσκεται στον θάλαμό του. Τότε θα του αποκαλύψω τα μεγάλα μυστήρια. Σύντομα θα ακολουθήσει εκεί όπου θα τον συναντήσω, ακόμη και μέσα στο σκοτάδι της γης θα τον συναντήσω εγώ, ο Θωθ, ο Κύριος της Σοφίας, θα τον κρατήσω και θα κατοικήσω μαζί του παντοτινά.

Έχτισα λοιπόν εγώ τη Μεγάλη Πυραμίδα, σύμφωνα με τα πρότυπα της πυραμίδας της δύναμης της γης, που καίει αιώνια, έτσι ώστε να διατηρεί την ισχύ της ανά τους αιώνες. Σε αυτήν εναπόθεσα τη γνώση μου για τη «Μαγική Επιστήμη», έτσι ώστε να βρίσκεται εκεί όταν θα επιστρέψω ξανά από το Αμέντι. Όταν κοιμάμαι μέσα στις Αίθουσες του Αμέντι, η Ψυχή μου που περιπλανιέται ελεύθερη, θα ενσαρκώνεται και θα κατοικεί ανάμεσα στους ανθρώπους με αυτήν ή την άλλη μορφή. (Ερμής, ο τρεις φορές γεννημένος).

Είμαι απεσταλμένος του Ενοίκου στη γη και εκτελώ τις διαταγές του, για να κατορθώσει να ανυψωθεί ο άνθρωπος. Τώρα επιστρέφω στις αίθουσες του Αμέντι αφήνοντας πίσω μου μέρος από τη σοφία μου. Διατηρήστε και κρατήστε τη διαταγή του Ενοίκου. Έχετε πάντα τα μάτια σας στραμμένα προς το φως. Σίγουρα με τον καιρό θα είστε ένα με τον Δάσκαλο. Σίγουρα λόγω δικαιώματος, είστε ένα με το Δάσκαλο. Σίγουρα λόγω δικαιώματος, είστε ένα με το ΟΛΟ.

Τώρα που φεύγω από εσάς, γνωρίστε τα παραγγέλματά μου, τηρήστε τα και γίνετε ένα με αυτά. Τότε θα είμαι μαζί σας, βοηθώντας και καθοδηγώντας σας στο Φως.
Τώρα μπροστά μου ανοίγει η πύλη. Κατεβαίνω μέχρι το σκοτάδι της νύχτας.

ΠΗΓΗ: Οι σμαράγδινοι πίνακες του Θωθ, Doreal Maurice, Εκδόσεις Ιάμβλιχος

Σχετικά άρθρα