Οι 16 ιδιοσυγκρασίες του ανθρώπου σύμφωνα με τον Καρλ Γιουνγκ

Μια βαθιά προσέγγιση της προσωπικότητας

by admin
359 views

ΟΙ 16 ΙΔΙΟΣΥΓΚΡΑΣΙΕΣ, ΚΑΤΑ C. JUNG

(Πηγή εργασίας: nea-acropoli.gr)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

    Η σύγχρονη ψυχολογία είναι μία επιστήμη που βοήθησε πολύ να διερευνήσουμε τα μυστικά της προσωπικότητας του ανθρώπου. Ακόμη περισσότερο η ψυχολογία που είναι εμπνευσμένη από τον C. Jung καταφέρνει να συνδυάσει την επιστήμη της ψυχολογίας με τον εσωτερισμό. Η θεωρία των ιδιοσυγκρασιών, που έχει την προέλευσή της στις μελέτες του, είναι από τις πιο πολυσυζητημένες τις τελευταίες δεκαετίες. Με διάφορες μορφές και με αποκλίνουσες ερμηνείες έχει απασχολήσει ψυχολόγους, εκπαιδευτικούς, κοινωνιολόγους, επιχειρήσεις κ.α. Η χρήση κι εφαρμογή της θεωρίας αυτής έδειξε αρκετά νωρίς, την σπουδαιότητα και την οξυδέρκεια της, με αποτέλεσμα να θεωρείται σήμερα ένα από τα απαραίτητα «εργαλεία» έρευνας της ανθρώπινης φύσης και της επίλυσης των προβλημάτων της

   Σε αυτήν την εργασία θα εισάγουμε και θα σχεδιάσουμε ένα πρώτο περίγραμμα αυτής της θεωρίας, με την βοήθεια του άφθονου υλικού που υπάρχει στο Διαδίκτυο, δίνοντας κι ένα από τα πιο δημοφιλή τεστ που μπορεί να μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε τον συγκεκριμένο δικό μας τύπο ιδιοσυγκρασίας.

Μπορείτε να μάθετε τώρα τον τύπο σας

κάνοντας το τεστ ΕΔΩ

  1. Jung και βασικές λειτουργίες της ανθρώπινης προσωπικότητας

   Σύμφωνα με τον C. Jung υπάρχουν τέσσερις βασικές λειτουργίες σε κάθε άνθρωπο. Αυτές είναι η Σκέψη (Thinking), Συναίσθημα (Feeling), Αίσθηση (Sensing) και Διαίσθηση (Intuition). Οι πρώτες δύο είναι κριτικές (judging) λειτουργίες και οι δύο τελευταίες είναι αντιληπτικές (perceiving) λειτουργίες. Οι κριτικές λειτουργίες είναι εκείνες που χρησιμοποιούμε για να πάρουμε αποφάσεις. Οι αντιληπτικές λειτουργίες είναι εκείνες που χρησιμοποιούμε για να συλλέξουμε πληροφορίες. 

   Σύμφωνα με τον C. Jung, η προσωπικότητα κάθε ανθρώπου χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία κάποιας από αυτές τις λειτουργίες πάνω στις άλλες. Αυτός επίσης πρόσθεσε ότι κάθε άνθρωπος χρησιμοποιεί την κυρίαρχη λειτουργία του είτε με έναν εξωστρεφή (extroversion) τρόπο είτε με έναν εσωστρεφή (introversion) τρόπο. Κάποιος που χρησιμοποιεί την κυρίαρχη λειτουργία του με έναν εξωστρεφή τρόπο θα βασίζεται σε αυτήν όταν συναλλάσσεται με το εξωτερικό περιβάλλον όπως είναι τα δημόσια θέματα, με ανθρώπους που δεν είναι οικείοι κ.α. Έτσι, η θεωρία της προσωπικότητας του C. Jung είχε οκτώ ψυχολογικούς τύπους. Αυτοί ήταν Εσωστρεφείς Αισθανόμενοι, Εσωστρεφείς Διαισθανόμενοι, Εσωστρεφείς Συλλογιζόμενοι, Εσωστρεφείς Συναισθανόμενοι, Εξωστρεφείς Αισθανόμενοι, Εξωστρεφείς Διαισθανόμενοι, Εξωστρεφείς Συλλογιζόμενοι και Εξωστρεφείς Συναισθανόμενοι.

   Ο C. Jung επίσης θεώρησε ότι κάθε τύπος είχε μία βοηθητική λειτουργία, όπως είχε και μία κυρίαρχη λειτουργία. Χάριν ισορροπίας, η βοηθητική λειτουργία για ένα υγιές, ψυχολογικά, άτομο ήταν μία αντιληπτική λειτουργία αν η κυρίαρχη ήταν μία κριτική λειτουργία και μία κριτική λειτουργία αν η κυρίαρχη ήταν μία αντιληπτική λειτουργία. Ακόμη περισσότερο θα χρησιμοποιούσε την βοηθητική με αντίθετο τρόπο από την κυρίαρχη λειτουργία. Οι εξωστρεφείς θα βασιζόταν στην βοηθητική λειτουργία για εσωστρέφεια και οι εσωστρεφείς θα βασιζόταν σε αυτήν για εξωστρέφεια, π.χ. οι Εσωστρεφείς Συλλογιζόμενοι θα μπορούσαν να χωριστούν σε Εσωστρεφείς Συλλογιζόμενους με την Διαίσθηση ως βοηθητική λειτουργία και σε Εσωστρεφείς Συλλογιζόμενους με την Αίσθηση ως βοηθητική λειτουργία.

   Η εισαγωγή της βοηθητικής λειτουργίας διαχώρισε τον κάθε τύπο του C. Jung σε δύο, δίνοντας ως αποτέλεσμα τους 16 ψυχολογικούς τύπους ιδιοσυγκρασίας των Myers-Briggs. Η Isabel Myers και η μητέρα της Katherine Briggs, μελετώντας το έργο του Jung, δημιούργησαν ένα τεστ μελέτης του ψυχολογικού τύπου της προσωπικότητας. Μέσα από αυτό το τεστ, που ονομάστηκε MBTI (Myers and Briggs Type Indicator) και το οποίο χώριζε τους ανθρώπους σε 16 τύπους σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία τους, δημιουργήθηκε παγκόσμιο ενδιαφέρον για το έργο του Jung. 

   Οι τύποι Myers-Briggs είναι βασισμένοι στα τέσσερα σετ των αντιθέτων προτιμήσεων. Αυτά είναι εξωστρέφεια έναντι εσωστρέφειας (Ε ή Ι), διαίσθηση έναντι αίσθησης (N ή S), σκέψη έναντι συναισθήματος (Τ ή F), και αντίληψης έναντι κρίσης (Ρ ή J). Η προτίμηση για εξωστρέφεια ή εσωστρέφεια υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίον το άτομο χρησιμοποιεί την κυρίαρχή του λειτουργία. Η προτίμηση για αντίληψη ή κρίση υποδεικνύει σε ποια λειτουργία (κυρίαρχη ή βοηθητική) βασίζεται το άτομο για εξωστρέφεια. Όπως ήδη δείξαμε η κυρίαρχη και βοηθητική μαζί περιλαμβάνουν και την αντιληπτική και την κριτική λειτουργία. Οι τύποι «Ρ» βασίζονται στην αντιληπτική λειτουργία για εξωστρέφεια και οι τύποι «J» βασίζονται στην κριτική λειτουργία για εξωστρέφεια. Η προτίμηση για σκέψη ή συναίσθημα υποδεικνύει την προτιμώμενη κριτική λειτουργία, και η προτίμηση για αίσθηση ή διαίσθηση υποδεικνύει την προτιμώμενη αντιληπτική λειτουργία. 

Χρησιμοποιώντας αυτήν την πληροφορία μπορούμε να προσδιορίσουμε τον τύπο κατά C. Jung που αντιστοιχεί σε κάθε τύπο κατά Myers-Briggs. Πάρτε για παράδειγμα τον τύπο INTP. Το «Ι» υποδηλώνει ότι χρησιμοποιεί την κυρίαρχη του λειτουργία για εσωστρέφεια. Το «Ρ» υποδηλώνει ότι βασίζεται στην προτιμώμενη αντιληπτική λειτουργία για εξωστρέφεια. Αφού είναι εσωστρεφής, αυτό σημαίνει ότι βασίζεται στην προτιμώμενη κριτική του λειτουργία για εσωστρέφεια. Με άλλα λόγια η κυρίαρχή του λειτουργία είναι η προτιμώμενη κριτική του λειτουργία. Αφού αυτή είναι η συλλογιστική (thinking) αυτό σημαίνει ότι είναι ένας Εσωστρεφής (Introverted) Συλλογιζόμενος (Thinker). Η βοηθητική είναι η αντιληπτική του λειτουργία και αυτή είναι η διαίσθηση. Συνεπώς, ένας INTP είναι ένας Εσωστρεφής Συλλογιζόμενος με Διαίσθηση ως βοηθητική. Κάθε τύπος Myers-Briggs μπορεί να μεταφραστεί στον αντίστοιχο του, κατά C. Jung, τύπο. Παρακάτω δίνουμε τον πίνακα αυτών των αντιστοιχιών:

  • INTP: Introverted Thinker με βοηθητική την Intuition 
  • ISTP: Introverted Thinker με βοηθητική την Sensing 
  • INFP: Introverted Feeler με βοηθητική την Intuition 
  • ISFP: Introverted Feeler με βοηθητική την Sensing 
  • INTJ: Introverted Intuitor με βοηθητική την Thinking 
  • INFJ: Introverted Intuitor με βοηθητική την Feeling 
  • ISTJ: Introverted Sensor με βοηθητική την Thinking 
  • ISFJ: Introverted Sensor με βοηθητική την Feeling 
  • ENTJ: Extraverted Thinker με βοηθητική την Intuition 
  • ESTJ: Extraverted Thinker με βοηθητική την Sensing 
  • ENFJ: Extraverted Feeler με βοηθητική την Intuition 
  • ESFJ: Extraverted Feeler με βοηθητική την Sensing 
  • ENTP: Extraverted Intuitor με βοηθητική την Thinking 
  • ENFP: Extraverted Intuitor με βοηθητική την Feeling 
  • ESTP: Extraverted Sensor με βοηθητική την Thinking 
  • ESFP: Extraverted Sensor με βοηθητική την Feeling 

Προσωπικότητα – Ιδιοσυγκρασία – Χαρακτήρας

   Γενικά υπάρχει μία σύγχυση γύρω από αυτούς τους όρους. Στην μελέτη του ανθρώπου, μέσα από το πρίσμα που το εξετάζουμε εδώ, θα προσδιορίσουμε αυτούς τους όρους.

   Η προσωπικότητα είναι μία σύνθεση της ιδιοσυγκρασίας και του χαρακτήρα. Θα λέγαμε ότι οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως διαφορετικοί μεταξύ τους. Σύμφωνα με τις σημερινές απόψεις για τον άνθρωπο, όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι, κάτι που έχει την ρίζα του στην αρχή της ισότητας και της δημοκρατίας. Δηλαδή αν είμαστε ίσοι τότε είμαστε και ίδιοι. Τίποτε όμως δεν είναι πιο μακριά από την αλήθεια. 

   Η ιδιοσυγκρασία είναι μία διαμόρφωση από κλίσεις, ενώ ο χαρακτήρας είναι μία διαμόρφωση από συνήθειες. Ο χαρακτήρας είναι «διάθεση», η ιδιοσυγκρασία είναι «προ-διάθεση». Έτσι για παράδειγμα οι αλεπούδες είναι προδιατεθειμένες – γεννημένες – να επιτίθενται στις κότες στα κοτέτσια, οι κάστορες να φράζουν το ρεύμα του ποταμού, τα δελφίνια να σχετίζονται στενά σε κλειστές ομάδες και οι κουκουβάγιες να κυνηγούν μόνες στο σκοτάδι. Κάθε τύπος πλάσματος, εκτός κι αν αιχμαλωτιστεί και μείνει σε ένα ανοίκειο περιβάλλον, αναπτύσσει τις συνήθειες που είναι κατάλληλες στην ιδιοσυγκρασία του, αρπάζοντας κότες, χτίζοντας φράγματα, σχηματίζοντας ομάδες κοκ.

   Για να το θέσουμε αλλιώς, ο εγκέφαλος μας είναι ένα είδος υπολογιστή που έχει την ιδιοσυγκρασία για hardware και τον χαρακτήρα για software. Το hardware είναι η φυσική βάση από την οποία αναδύεται ο χαρακτήρας, βάζοντας ένα αναγνωριστικό αποτύπωμα ταυτότητας σε κάθε χαρακτηριστικό και δράση της ατομικότητας. Αυτή η υποκείμενη συνέπεια μπορεί να παρατηρηθεί από μικρή ηλικία – κάποια χαρακτηριστικά νωρίτερα από τα υπόλοιπα – πολύ πριν η ατομική εμπειρία ή η κοινωνική έκφραση (το συγκεκριμένο software κάποιου) να έχει την ευκαιρία να εντυπωθεί στο άτομο. 

   Έτσι η ιδιοσυγκρασία είναι η έμφυτη μορφή της ανθρώπινης φύσης. Ο χαρακτήρας, η αναδυόμενη μορφή, η οποία αναπτύσσεται διαμέσου της αλληλεπίδρασης της ιδιοσυγκρασίας και του περιβάλλοντος. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ιδιοσυγκρασία, ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα είναι διαμορφώσεις, το οποίο σημαίνει ότι, όχι μόνο είμαστε προδιατεθειμένοι να αναπτύξουμε καθορισμένα χαρακτηριστικά κι όχι άλλα, συγκεκριμένες δράσεις και όχι άλλες, αλλά κι ότι αυτές οι δράσεις και τα χαρακτηριστικά είναι ενοποιημένα και συνδέονται μεταξύ τους.

Εξωστρέφεια ή Εσωστρέφεια 

 «Extraversion or Introversion» (Ε ή Ι).

   Πολλές φορές αυτές οι δύο λειτουργίες συγχέονται με τις λειτουργίες της παρατηρητικότητας και της ενδοσκόπησης. Για να αποσαφηνίσουμε αυτά τα δύο ζευγάρια λειτουργιών θα ήταν καλύτερα να εξετάσουμε την εσωστρέφεια και την εξωστρέφεια όχι με διανοητικούς όρους αλλά με όρους κοινωνικούς. Έτσι όταν κάποιος παρατηρείται να είναι ομιλητικός και κοινωνικός (δηλαδή εξωστρεφής) μπορεί να περιγραφεί ως «εκφραστικός». Σε αντίθεση, ο άνθρωπος που είναι περισσότερο ήσυχος και προσωπικός (δηλαδή εσωστρεφής) μπορεί να περιγραφεί ως «επιφυλακτικός» ή «σιωπηλός». Ενδιαφέρον είναι ότι, επειδή οι Σιωπηλοί τείνουν να ακούν και όχι να μιλούν συγχέονται με τους ενδοσκοπικούς ενώ οι Εκφραστικοί επειδή μιλούν αρκετά και λένε  εύκολα ότι έχουν στο μυαλό τους τείνουν να συγχέονται με τους ανθρώπους που είναι παρατηρητικοί.

   Φυσικά, όλοι είναι σε κάποιο βαθμό παρατηρητικοί αλλά όχι στον ίδιο βαθμό. Εκείνοι που είναι πιο εκφραστικοί εμφανίζονται περισσότερο άνετοι ανάμεσα σε ομάδες ανθρώπων παρά όταν είναι μόνοι. Έτσι μπορούμε να τους δούμε ως κοινωνικούς και φιλικούς. Από την άλλη εκείνοι που είναι πιο Σιωπηλοί και Συγκρατημένοι φαίνονται να είναι περισσότερο άνετοι όταν είναι μόνοι παρά όταν είναι μέσα σε πλήθος. Κι έτσι μπορούμε να τους δούμε ως κοινωνικά απομονωμένους ή κλεισμένους στον εαυτό τους. Να μην ξεχάσουμε όμως ότι αυτές οι διακρίσεις δεν είναι ξεκάθαρα διαχωρισμένες. Κάθε άτομο διαφέρει ασφαλώς από καιρό σε καιρό στην επιθυμία του να εκφραστεί και στην επιθυμία του να απομονωθεί.

   Μια μεταφορά θα μπορούσε να ρίξει φως σε αυτήν την διαφορά. Ας φανταστούμε ότι η ενέργεια ενός ατόμου ενισχύεται με μπαταρίες. Δεδομένου αυτού, οι Εκφραστικοί,  Εξωστρεφείς άνθρωποι εμφανίζονται να φορτίζουν τις μπαταρίες τους μέσω της επαφής τους με τους άλλους ανθρώπους. Αυτή η αλληλεπίδραση ανανεώνει τις μπαταρίες τους και τους κάνει να νιώθουν ζωντανοί. Έτσι όταν αφήνουν ένα ζωντανό πάρτι στις δύο το πρωί θα μπορούσαν κάλλιστα να πάνε σε άλλο ένα. Στην πραγματικότητα η ησυχία και η απομόνωση εξαντλεί τους Εκφραστικούς και αυτοί παρουσιάζουν  αισθήματα μοναξιάς (ή ενεργειακή εξάντληση) όταν αυτοί δεν βρίσκονται σε επαφή με άλλους ανθρώπους.

Για παράδειγμα αν ένας Εκφραστικός πάει σε μία βιβλιοθήκη για να κάνει κάποια έρευνα, μετά από, περίπου, δεκαπέντε λεπτά θα κουραστεί και θα βαρεθεί και θα πρέπει να ασκήσει ισχυρή βούληση για να μην κάνει ένα σύντομο διάλειμμα για να μιλήσει με τον βιβλιοθηκάριο. Τα Σιωπηλά άτομα μπορεί να ειπωθεί ότι έλκουν ενέργεια από διαφορετική πηγή. Επιδιώκουν μοναχικές δραστηριότητες, εργαζόμενοι, ήσυχα, μόνοι  με το ενδιαφέρον τους σχέδιο ή χόμπι, όσο απλό ή πολύπλοκο κι αν είναι, και τέτοιες μοναχικές δραστηριότητες φαίνεται ότι φορτίζουν τις μπαταρίες τους. Πράγματι, οι Σιωπηλοί μπορούν να παραμείνουν τόσο χρόνο με τους άλλους μέχρις ότου εξαντληθούν ενεργειακά.

Αν απαιτείται από την εργασία τους ή την οικογένειά τους ή από τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις να είναι εκφραστικοί – για να κάνουν μία μεγάλη διαπροσωπική προσπάθεια – σύντομα εξαντλούνται και χρειάζονται χρόνο σε ήσυχα μέρη να ξεκουραστούν και να ανανεώσουν την χαμένη τους ενέργεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα Εσωστρεφή άτομα δεν θέλουν να είναι μαζί με άλλους ανθρώπους. Απολαμβάνουν να επικοινωνούν με τους άλλους αλλά σε μεγάλες κοινωνικές ή επαγγελματικές συγκεντρώσεις τείνουν να αναζητούν μία ήσυχη γωνία όπου θα συζητήσουν με ένα, δύο άτομα.

Αίσθηση ή Διαίσθηση

 «Sensation or Intuition» (S or N)

     Ο C. Jung χρησιμοποιούσε τις λέξεις «εντύπωση» και «αίσθηση» με την έννοια της προσοχής σε ότι συμβαίνει έξω από τον εαυτό μας, που είναι εξωτερική προσοχή. Έτσι η «αίσθηση» μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συνώνυμη με τις λέξεις, «παρατήρηση» και «εξωτερίκευση» αναφερόμενη στην εξωτερική προσοχή. Σε αντίθεση ο C. Jung μας έδωσε κάποιες μεταφορές για να μας μεταφέρει πώς χρησιμοποιούσε την λέξη «διαίσθηση». Η διαίσθηση, είπε, είναι «το άκουσμα της εσωτερικής φωνής», ή «η παρατήρηση των προτροπών από μέσα μας», αλλιώς η εσωτερική προσοχή. Δίνουμε προσοχή σε ότι γίνεται μέσα μας με το μάτι και το αυτί του νου, αυτές οι προτροπές έρχονται ως σκέψεις και συναισθήματα. Έτσι «διαίσθηση» μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τα συνώνυμα «ενδοσκόπηση» και «εσωτερίκευση».

   Πολύ απλά, παρατηρούμε αντικείμενα διαμέσου των αισθήσεών μας. Έτσι κοιτάζουμε προς τα αντικείμενα για να τα παρατηρήσουμε, ακούμε τους ήχους, αγγίζουμε επιφάνειες για να τις αισθανθούμε, μυρίζουμε τα αρώματα, και τρώμε ουσίες για να τις γευτούμε. Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι είναι παρόν, αλλά όχι ό,τι δεν είναι παρόν. Οτιδήποτε δεν είναι παρόν για τις αισθήσεις μας μπορούμε μόνο να το φανταστούμε με τα μέσα της ενδοσκόπησης.

   Φυσιολογικά, όλοι μας παρατηρούμε και ενδοσκοπούμε, αλλά είναι σπάνιο να υπάρχει κάποιος που έχει ίσο ποσό κι από τα δύο. Η μεγαλύτερη πλειονότητα από εμάς, ίσως το 85%, ξοδεύει τον περισσότερο χρόνο παρακολουθώντας, ακούγοντας, αγγίζοντας αντικείμενα στο άμεσο παρόν μας, και πολύ λίγο χρόνο για ενδοσκόπηση, που είναι εξαγωγή συμπερασμάτων, φαντασία, ονειροπόληση, συλλογισμός, ή απορία σχετικά με πράγματα που δεν βρίσκονται στο παρόν μας.

   Το σημείο που δεν πρέπει να ξεχάσουμε είναι ότι δεν μπορούμε να κάνουμε αυτά τα πράγματα ταυτόχρονα. Όταν παρατηρούμε τί συμβαίνει γύρω μας, δεν μπορούμε την ίδια στιγμή να παρατηρούμε τί συμβαίνει μέσα μας. Μπορούμε να εναλλάξουμε την προσοχή μας αλλά δεν μπορούμε να την διαιρέσουμε. Μερικοί από εμάς, από την παιδική μας ηλικία, μοιάζουμε να είμαστε περισσότερο απορροφημένοι στις εσωτερικές προτροπές, άλλοι, στις εξωτερικές προτροπές. Ο λόγος για αυτήν την διαφορά στην προσοχή, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρος, και φυσικά είναι αντικείμενο υποθέσεων. Αλλά αν ο λόγος για αυτήν την διαφορά είναι δυσνόητος, οι συνέπειες δεν είναι.

Εκείνοι από εμάς που στρεφόταν εσωτερικά τον περισσότερο χρόνο, ως παιδιά,  δυναμώσαμε αυτήν την προτίμηση, η εσωτερική μας φωνή έγινε δυνατότερη και καθαρότερη, οι εσωτερικές μας προτροπές περισσότερο ζωντανές και σύνθετες. Ειδάλλως, εκείνοι από εμάς που πρόσεχαν τα εξωτερικά, τον περισσότερο χρόνο, αρχίζουμε να βλέπουμε και να ακούμε τα αντικείμενα με περισσότερες λεπτομέρειες και με μεγαλύτερη ιδιαιτερότητα. 

   Τώρα, αν κοιτάξουμε στις περιγραφές των τύπων MBTI, οι άνθρωποι είναι είτε περισσότερο παρατηρητικοί παρά ενδοσκοπικοί, είτε περισσότερο ενδοσκοπικοί παρά παρατηρητικοί. Οι Παρατηρητικοί (SP και SJ) αισθάνονται σαν στο σπίτι τους  όταν φροντίζουν τα συγκεκριμένα της καθημερινής ζωής, προσέχοντας τα συγκεκριμένα πράγματα – φαγητό, ενδυμασία, προφύλαξη, μεταφορές – και σε συγκεκριμένες υποθέσεις όπως η ψυχαγωγία και η ασφάλεια και είναι κατάλληλοι να αφήνουν τα πιο αφηρημένα θέματα σε άλλους. Αντίστοιχα, οι Ενδοσκοπικοί (ΝΤ και ΝF) τείνουν να είναι περισσότερο ικανοποιημένοι όταν αυτά τα συγκεκριμένα πράγματα τα χειρίζεται κάποιος άλλος και όταν αφήνονται ελεύθεροι να θεωρούν το αφηρημένο κόσμο των ιδεών. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι οι Παρατηρητικοί τύποι δεν έχουν εσωτερική ζωή, αλλά απλώς ότι η ενδοσκόπηση παίρνει την πίσω θέση σε σχέση με την παρατηρητικότητα. Ούτε αυτό σημαίνει ότι οι Ενδοσκοπικοί τύποι αγνοούν τα αντικείμενα γύρω τους, αλλά απλώς ότι είναι περισσότερο προδιατεθειμένοι να απορροφηθούν στις ιδέες τους.

   Για να θέσουμε την διαφορά με έναν άλλο τρόπο, οι Παρατηρητικοί θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν περισσότερο «γήινοι», συγκεκριμένοι, με τα πόδια τους στη γη. Αυτά τα άτομα βλέπουν ό,τι είναι μπροστά τους και είναι συνήθως ακριβείς στις λεπτομέρειες που συλλαμβάνουν. Έχει ειπωθεί ότι «αυτοί δεν χάνουν πολύ». Οι Παρατηρητικοί θέλουν γεγονότα, πιστεύουν σε γεγονότα και θυμούνται γεγονότα, και θέλουν να λογαριάζουν με τα γεγονότα από την θέση που βρίσκονται, είτε στο εδώ και τώρα ή ως καταγραμμένα στο παρελθόν. Αυτοί εστιάζονται στο τι συμβαίνει, ή τι έχει συμβεί, μάλλον παρά  στην πρόβλεψη του τι θα γινόταν, τί θα συνέβαινε αν, ή τί θα μπορούσε να συμβεί στο μέλλον.

Σε αντίθεση οι Ενδοσκοπικοί θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «εξωγήινοι» αφηρημένα όντα που ζουν με το κεφάλι τους στα σύννεφα, ξένοι σε άγνωστη γη που αναρωτιούνται σχετικά με τους περίεργους κλόουν της γης. Απορροφημένοι όπως συχνά είναι στον εσωτερικό τους κόσμο, οι Ενδοσκοπικοί  τείνουν να χάνουν μεγάλο μέρος από ότι συμβαίνει γύρω τους – η τρέχουσα πραγματικότητα είναι μάλλον ένα πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί, ή ένα επίπεδο ανάπτυξης προς κάποια μελλοντική ιδέα. Όχι μόνο μπορούν να χάσουν λεπτομέρειες, αλλά μπορούν επίσης να χάσουν και τον δρόμο τους. «Είναι μόνο πραγματικότητα» λένε κάποιες φορές, για να καταγράψουν την σχετική τους αδιαφορία στο συγκεκριμένο. Αλλά περισσότερο από την αδιαφορία, οι Ενδοσκοπικοί μπορούν είναι δυσαρεστημένοι με την πραγματικότητα, ακόμη κι ενοχλημένοι από αυτήν, και συλλογίζονται πιθανούς τρόπους για να την βελτιώσουν.

   Εξαιτίας του αδύναμου ελέγχου της πραγματικότητας, οι Ενδοσκοπικοί μπορούν να εμφανίζονται στους Παρατηρητικούς ως άστατοι, μη πρακτικοί και μη ρεαλιστικοί – ο ονειροπόλος καθηγητής που δεν μπορεί να ενοχληθεί από την πραγματική ουσία των πραγμάτων της ζωής. Από την πλευρά τους οι Παρατηρητικοί μπορούν να φαίνονται στους Ενδοσκοπικούς ως άνθρωποι χωρίς φαντασία, ενδιαφερόμενοι για ασήμαντες ασχολίες κι εξοργιστικά αργοί να θεωρήσουν επαγωγικά συμπεράσματα και δυνατότητες. Και οι δύο απόψεις είναι υπερβολικές. Πράγματι και οι δύο τύποι ανθρώπων είναι ικανοί κι ακόμη και δημιουργικοί με τον δικό τους τρόπο – είναι μόνο που απευθύνονται σε πολύ διαφορετικές πλευρές της ζωής.

   Έτσι οι Παρατηρητικοί μπορούν να χειριστούν τον υλικό κόσμο με εργαλεία, αλλά το τίμημα που πληρώνουν για την άγνοια των εσωτερικών τους προτροπών είναι ότι αυτές μπορούν να εξαφανιστούν βαθμιαία και να καταλήξουν αυτοί με μία σχετικά υπανάπτυκτη ενδοσκοπική ικανότητα. Από την άλλη οι Ενδοσκοπικοί εξασκούνται στην ενδοσκόπηση για μεγάλο διάστημα και με μεγάλη απόλαυση, αλλά το τίμημα που πληρώνουν για αυτό είναι ότι μπορούν να καταλήξουν με μία σχετικά υπανάπτυκτη ικανότητα παρατηρητικότητα. Οι δύο τρόποι δεν είναι αμοιβαία αποκλειστικοί. Οι Ενδοσκοπικοί πρέπει να στρέφονται στην παρατήρηση του έξω κόσμου διότι αυτό απαιτείται από τις ανάγκες της εξωτερικής ζωής. Οι Παρατηρητικοί, περιστασιακά στρέφονται προς τα μέσα για να στοχαστούν, να ονειρευτούν και να εξάγουν συμπεράσματα. 

   Και για τους δύο τύπους ο πραγματικός κόσμος, η πραγματική ζωή και δύναμη βρίσκεται πιο εύκολα στον δικό τους κόσμο, ενώ ό,τι είναι θεμελιώδες και κεντρικό στον κόσμο του άλλου μοιάζει ξένο, αδιάφορο και ασήμαντο.

Σκέψη ή Συναίσθημα 

«Thinking or Feeling» (T or F)

   Ο καθένας έχει σκέψεις (Τ) και συναισθήματα (F) αλλά μερικοί δίνουν περισσότερη προσοχή στις σκέψεις τους παρά στα συναισθήματά τους κι άλλοι δίνουν περισσότερη προσοχή στα συναισθήματά τους παρά στις σκέψεις τους. Για εκείνους που απευθύνονται κυρίως στις σκέψεις τους μπορεί να ειπωθεί ότι κυβερνιούνται από το κεφάλι τους, κι ότι οι αρχές και οι αντιλήψεις είναι οι οδηγοί για τις δράσεις τους. Σε αντίθεση, για εκείνους που δίνουν περισσότερη προσοχή στα συναισθήματά τους μπορεί να ειπωθεί ότι ακολουθούν την καρδιά τους, που σημαίνει ότι οι περισσότερες δράσεις τους βασίζονται στο συναίσθημα ή το πάθος. Αν χρησιμοποιήσουμε μία ορολογία, μερικοί άνθρωποι είναι «ρεαλιστικά προσγειωμένοι» και άλλοι είναι «ιδεαλιστές». Αν δούμε προσεκτικότερα την ορολογία της Myers, που χρησιμοποιεί στα πορτραίτα των τύπων της, θα λέγαμε ότι μπορούμε να διακρίνουμε τους ανθρώπους σε εκείνους που είναι «προσγειωμένοι» και σε εκείνους που είναι «φιλικοί».

   Υπάρχει κάποια κριτική την οποία ανταλλάσσουν αυτοί οι δύο τύποι μεταξύ τους. Οι «προσγειωμένοι» συχνά κατηγορούνται ως «απάνθρωποι», «άκαρδοι», «ξεροκέφαλοι», «ψυχροί». Κατά τον ίδιο τρόπο, οι «φιλικοί» κατηγορούνται ως «πολύ συναισθηματικοί», «ασυλλόγιστα κολλημένοι με ανθρώπους», «αποβλακωμένοι», «με ασαφή, αόριστη σκέψη».

   Τέτοιες κατηγορίες μπορεί να είναι σφοδρές και καταστροφικές, ιδιαίτερα σε γάμους και σε άλλες οικογενειακές σχέσεις, όταν δύο άνθρωποι με διαφορετικό προσανατολισμό βρίσκονται σε διαμάχη για ένα σημαντικό θέμα. Μία ENFP σύζυγος, για παράδειγμα, θα ευχόταν, ο σύζυγός της, να «άνοιγε» την καρδιά του, και να άφηνε τα συναισθήματά του να ξεχειλίσουν, ενώ αυτός θα σκεφτόταν ότι θα μπορούσε η σύζυγός του, έστω για μία φορά στην ζωή της να φανεί λογική. Ή ένας ESTJ πατέρας θα ήθελε ο ISFP γιος του να γίνει «κάθετος» και να χρησιμοποιήσει το μυαλό του και να αλλάξει, ενώ ο γιος του θα ευχόταν, ο πατέρας του, να μπορούσε να «φωτιστεί» και να αποκτήσει κατανόηση του τί πράγματι είναι και θέλει ο γιος του. 

   Ένα άλλο πολωτικό στερεότυπο είναι ότι οι «φιλικοί» τύποι έχουν περισσότερα και βαθύτερα συναισθήματα από ότι οι «οι ρεαλιστές – προσγειωμένοι» τύποι. Ξανά εδώ, όμως,  η αλήθεια είναι και οι δύο αντιδρούν συναισθηματικά με παρόμοια συχνότητα κι ένταση, όντας η διαφορά ένα θέμα εμφάνισης. Οι «φιλικοί» τείνουν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους και τις επιθυμίες τους πολύ συχνά, έτσι οι άλλοι τους αντιλαμβάνονται ως ικανούς για βαθιά συναισθήματα. Οι «προσγειωμένοι» τύποι, σε αντίθεση, εμποδίζονται στο εκφράζουν έντονα συναισθήματα, και θα κρύψουν τα συναισθήματά τους μάλλον παρά να φανούν ότι χάνουν τον αυτοέλεγχό τους. Εξαιτίας αυτού, συχνά περιγράφονται ως «ψυχροί» και «ουδέτεροι» όταν πραγματικά αισθάνονται έντονα – απλώς, εργαζόμενοι σκληρά για να συγκρατηθούν.

   Όταν μπορέσουν να βάλουν στην άκρη αυτά τα στερεότυπα, αυτοί οι δύο προσανατολισμοί συνήθως βρίσκουν ότι συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον πολύ καλά, είτε στην εργασία είτε στον γάμο, με τους «ρεαλιστές» συντρόφους να παρέχουν διαύγεια και δύναμη, και ο «φιλικός σύντροφος» να παρέχει συμπάθεια και προσωπική διακριτικότητα.

Κρίση ή Αντίληψη

 «Judgement or Perception» (J or P)

   Θα λέγαμε ότι οι Κριτικοί άνθρωποι είναι αυτοί που τείνουν να βγάζουν συμπεράσματα αλλά γενικά είναι τα άτομα που δημιουργούν και κρατούν χρονοδιαγράμματα στην ζωής τους, είναι Προγραμματιστές. Οι Αντιληπτικοί άνθρωποι είναι τα άτομα που προτιμούν να αναζητούν επιλογές και έτσι να μην δένονται σε ένα πρόγραμμα.

   Με άλλα λόγια, οι Προγραμματιστές είναι διακριτικοί σχετικά με τα χρονοδιαγράμματα και οι Ερευνητές αντιληπτικοί σχετικά με επιλογές. Οι Προγραμματιστές κάνουν ατζέντες, χρονοδιαγράμματα, προγράμματα, λίστες, ημερολόγια, περιγράμματα, καταγραφές κ.ο.κ. για τους εαυτούς τους και για τους άλλους για να τα ακολουθήσουν. Οι Ερευνητές κρατούν τα μάτια τους ανοιχτά για ευκαιρίες να κάνουν πράγματα που θέλουν, για ευκαιρίες και εναλλακτικές δυνατότητες από τις οποίες θα έπρεπε να επωφεληθούν. Κάθε προσανατολισμός έχει προβλήματα. Με τη δέσμευσή τους σε ατζέντες, οι Προγραμματιστές τείνουν να σταματούν να αναζητούν επιλογές κι εναλλακτικές προτάσεις κι έτσι ίσως ποτέ να μην διαπιστώσουν τί χάνουν. Κρατώντας τις επιλογές ανοιχτές, οι Ερευνητές, είναι απρόθυμοι να δεσμεύσουν τους εαυτούς τους σε προγράμματα και έτσι κλίνουν στο να χάνουν προθεσμίες και στο να αφήνουν τις αποστολές τους ατελείωτες.

Δυστυχώς, η διαφορά μεταξύ τους μπορεί να γίνει μία πηγή εκνευρισμών στις προσωπικές σχέσεις, και στο σπίτι και στον εργασιακό χώρο ιδίως όταν αντίθετοι άνθρωποι πρέπει να εργαστούν μαζί για να ολοκληρώσουν έναν στόχο. Οι Προγραμματιστές, είτε παρατηρητικοί είτε ενδοσκοπικοί, τείνουν να πιστεύουν ότι η εργασία κάποιου προηγείται όλων των άλλων, και πρέπει να ολοκληρωθεί πριν κάποιος ξεκουραστεί ή παίξει. Αυτή η αυστηρή εργασιακή ηθική έχει ένα αξιοσημείωτο αποτέλεσμα πάνω στο τί θέλουν να κάνουν για να γίνει η εργασία. Τείνουν να καθορίζουν προθεσμίες και να τις παίρνουν πολύ στα σοβαρά, περιμένοντας από τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Και είναι πρόθυμοι να κάνουν όλων των ειδών τις προετοιμασίες, τις υποστηρίξεις και τους απολογισμούς κερδών κατόπιν – μόνο διότι αυτοί είναι αναγκαίο να δουν τη εργασία διαμέσου των δικών τους συμπερασμάτων. 

   Αυτό δεν συμβαίνει με τους Ερευνητές, οι οποίοι μοιάζουν να είναι παιχνιδιάρηδες με την εργασία τους. Η εργασία δεν χρειάζεται να τελειώσει πριν να παίξουν ή να ξεκουραστούν, και τείνουν να αγνοούν τις προθεσμίες βλέποντάς αυτές ως την αφετηρία για να ξεκινήσουν την εργασία τους και όχι ως το τελευταίο όριο για να τις τελειώσουν. Επίσης οι Ερευνητές είναι περισσότερο επίμονοι στο ότι η εργασία πρέπει να είναι ευχάριστη. Πραγματικά, αν ο δοσμένος στόχος δεν είναι άμεσα εισαγωγικός (να είναι μόνο προετοιμασία, υποστήριξη, ή απολογισμός), τότε μπορεί να την σταματήσουν, ή να την αφήνουν σε κάποιον άλλον.

    Η διαφορά τους προεκτείνεται και στο φυσικό τους περιβάλλον. Οι Προγραμματιστές τείνουν να είναι ακριβείς και μεθοδικοί. Τους αρέσει το γραφείο στην εργασία τους να είναι τακτοποιημένο και το σπίτι συμμαζεμένο. Όχι ότι πάντα τα καταφέρνουν αλλά είναι δυστυχισμένοι όταν ο προσωπικός τους χώρος είναι μία ανακατωσούρα, και η τακτοποίηση των πραγμάτων είναι στις πρώτες θέσεις στην λίστα τους. Οι Ερευνητές, σε αντίθεση, έχουν πολύ μεγάλη ανεκτικότητα στην ακαταστασία του προσωπικού τους περιβάλλοντος. Μοιάζουν απορροφημένοι σε οτιδήποτε κάνουν ή σκέπτονται εκείνη την στιγμή, και είναι κάπως ξεχασιάρηδες στις λεπτομέρειες του νοικοκυριού. Κι έτσι ο προσωπικός τους χώρος, στο σπίτι, στο γραφείο, στο γκαράζ, στο αυτοκίνητο – είναι συχνά ακατάστατα γεμάτος με μία ποικιλία αντικειμένων τα οποία μάζεψαν, χρησιμοποίησαν και μετά τα πέταξαν όταν τελείωσαν με αυτά.

   Οι Προγραμματιστές μπορούν να γίνουν εμπαθείς με τους Ερευνητές  (για αυτό που φαίνεται στους Ερευνητές, παθητικότητα και παιχνίδι)  και μπορούν να τους περιγράψουν ως «αναποφάσιστους», «αδύναμους να δράσουν», «άσκοπους», «τεμπέληδες», κι ως «μη συνεργάσιμους». Από την άλλη οι Ερευνητές μπορούν να γίνουν εμπαθείς με τους Προγραμματιστές εξαιτίας της πιεστικότητας κι επιτακτικότητας, και θα τους περιγράψουν ως «πολύ κακό για το τίποτα», «κολλημένους στους κανόνες», «ανήσυχους», «παρωπιδωμένους», «αυταρχικούς», κι ως «αυστηρούς κι άκαμπτους».

   Συνήθως τέτοια διαμάχη και χρήση κατηγοριών γίνεται όταν οι δύο τύποι μελετούν ο ένας την συμπεριφορά του άλλου. Πολλοί θα μπορούσαν να γοητευθούν από τις διαφορές τους και να δουν ότι τα δυο στυλ είναι συμπληρωματικά στο να κάνουν καλά μία εργασία. Οι Ερευνητές για να εστιάζουν σε ευκαιρίες και εναλλακτικούς τρόπους και οι Προγραμματιστές να είναι έγκαιροι και να πιέζουν για το κλείσιμο.

Συνοπτικός Πίνακας χαρακτηριστικών

E: Εκφραστικότητα  I: Επιφυλακτικότητα 
S: Παρατηρητικότητα  Ν: Ενδοσκόπηση 
Τ: Ψυχρός Ρεαλισμός F: Φιλικότητα
J: Προγραμματισμός P: Έρευνα

Πίνακας κατανομής των 16 ιδιοσυγκρασιών στον γενικό πληθυσμό 

(από το «Gifts Differing» , Meyers and Meyers, 1993).

(Πηγή εργασίας: nea-acropoli.gr)

Πηγές – Βιβλιογραφία

www.typeworks.com

www.keirsey.com

www.sunsite.unc.edu

www.miso.wwa.com:80/~nebcargo/Jung

Η Φιλοσοφία Επιστρέφει